Η Μόρφου χθες και σήμερα

Εσπεριδοκαλλιέργεια – Κηπουρικός Σύλλογος – Σ.Ο.Δ.Ε.Μ.

Στην περιοχή μας η εσπεριδοκαλλιέργεια συνέχισε να επεκτείνεται με εντονότερους ρυθμούς.  Δυτικά, μέχρι το Συριανοχώρι και τη θάλασσα, νότια μέχρι την Πεντάγυια, ανατολικά μέχρι τον Αστρομερίτη – Περιστερώνα – Ακάκι.

Οι διατρήσεις αυξάνονταν και πληθύνονταν, εργαζόμενες νυχθημερόν για να ποτίζουν τις φυτευμένες εκτάσεις.  Η βροχόπτωση δεν προλάβαινε να αναπληρώσει το αντλούμενο νερό, γι’ αυτό και η στάθμη του κατέβαινε διαρκώς βαθύτερα.  Ο κίνδυνος εισροής θαλάσσιου νερού στο υδατικό στρώμα ήταν ορατός.  Σε μερικές περιοχές τα νερά κατέστησαν υφάλμυρα.  Ευτυχώς όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 περατώθηκε η κατασκευή του υδατοφράκτη Μόρφου, ενός έργου πολύ ευεργετικού για την άρδευση αλλά και τον εμπλουτισμό των υπόγειων νερών της περιοχής.  Τρεις μεγάλοι χείμαρροι, της Περιστερώνας, του Ακακίου και της Κοκκινοτριμιθιάς ενώνονται κοντά στην Κατωκοπιά και σχηματίζουν το ποταμό Σερράχη.  Ο υδατοφράκτης κατασκευάστηκε 5-6 χιλιόμετρα πιο κάτω, στην κοίτη του ποταμού, μεταξύ Μόρφου – Αργακιού.

Το εισόδημα από τα εσπεριδοειδή ήτο πολύ ικανοποιητικό τότε.  Εκτός από τους γνήσιους κηπουρούς φύτεψαν τα δικά τους περβόλια και πλείστοι όσοι είχαν τεμάχια γης στην περιοχή, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, εξασφαλίζοντες έτσι επιπρόσθετα εισοδήματα.  Οι Μορφίτες άρχισαν να γίνονται αντικείμενο φθόνου γιατί η περιοχή εθεωρείτο από τις πιο ευημερούσες του νησιού.

Τα ωραία σπίτια, πραγματικά αρχοντικά για την εποχή, που κτίστηκαν παράπλευρα του δρόμου Ζώδιας – Μόρφου, έγιναν αντικείμενο κουτσομπολιού (εκείνα τα σπίτια βέβαια ωχριούν μπροστά σ’ αυτά που κτίζονται σήμερα στα τουριστικά… βασίλεια).

Η καλλιέργεια και η διάθεση των εσπεριδοειδών, όπως βέβαια και των κάθε λογής καρπών της γης, δεν ήταν πράγματα άμοιρα πολλών δυσκολιών (άρδευση, ασθένειες, καταστροφές από αντίξοες καιρικές συνθήκες, εξασφάλιση αμειπτικών τιμών κ.λ.π).

Η πρόοδος όμως και η επιστημονική εξέλιξη πρόσφεραν στους καλλιεργητές και πολλές διευκολύνσεις, όπως η καλλιέργεια με τρακτέρ μεγάλα ή χειροκίνητα μικρά, οι ψεκασμοί με τα κατάλληλα φάρμακα και τους ειδικούς ψεκαστήρες, η διευκόλυνση των μεταφορών με αυτοκίνητα ή βαν, η λίπανση με τα πλούσια σε στοιχεία λιπάσματα κ.τ.λ.

Για την καλύτερη υποβοήθηση των κηπουρών τόσο στην καλλιέργεια, αλλά προ πάντων τη διάθεση και εξαγωγή του καρπού σε χώρες του εξωτερικού, ιδρύθηκε στη Μόρφου ο Κηπουρικός Σύλλογος, που είχε την έδρα του στο καφενείο του Λεπτού, στο κέντρο της οδού Ερμού.  Ο Σύλλογος βοήθησε τους παραγωγούς βασικά στην εξαγωγή του προϊόντος μέσω των εμπόρων, διαθέτοντας τούτο ομαδικά, με κάπως πιο αμειπτικές τιμές, και προς αποφυγήν εκμετάλλευσης των από αυτούς.  Όμως η συνεχής αύξηση της παραγωγής οδήγησε σε πιο ριζοσπαστική αντιμετώπιση της κατάστασης με την ίδρυση από τους ίδιους τους παραγωγούς του Συνεργατικού Οργανισμού Διαθέσεων Εσπεριδοειδών Μόρφου (Σ.Ο.Δ.Ε.Μ.).  Ο Οργανισμός με το δικό του διευθυντή, το κατάλληλο προσωπικό και προ πάντων το μεγάλο του συσκευαστήριο, στα νότια της πόλης, οργάνωνε τις δικές του απευθείας εξαγωγές στις χώρες προορισμού.

Τον Απρίλη του 1970, φιλοπρόοδοι άνθρωποι κυρίως Μορφίτες, οι Χριστάκης Βασιλειάδης, Γιαννάκης Ψιντρίδης, Δημήτρης Παλάοντας και άλλοι ίδρυσαν την ιδιωτική εταιρεία Fresca Foods Ltd με αρχικό κεφάλαιο £30,000, ποσό όχι ευκαταφρόνητο για την εποχή.  Στο εργοστάσιο της Εταιρείας, στη νότια πλευρά της πόλης και παράπλευρα του δρόμου προς Ξερό, παρασκευάζονταν χυμός κρέϊφρουτ και κομπόστα κρέϊφρουτ, σουλτανίνας, κερασιών, μαρμελάδες χρυσομήλου και άλλων φρούτων.

Η επιχείρηση αυτή επρόκειτο να ξεκινήσει με επένδυση κάποιου Άγγλου, ο οποίος νοίκιασε το χώρο και έδωσε προκαταβολή.  Τελικά όμως ειδοποίησε ότι δεν θα προχωρούσε στην υλοποίηση της απόφασης του διότι είχε πληροφορίες ότι το βόρειο μέρος της Κύπρου, περιλαμβανομένου και του Μόρφου, θα καταλαμβανόταν από τους Τούρκους.

Τα προαναφερθέντα πρόσωπα γέλασαν με την «αφέλεια» του Άγγλου και προχώρησαν οι ίδιοι στο ξεκίνημα της επιχείρησης.  Η επιχείρηση έφθανε στο απόγειο της όταν ήλθε η καταστροφή που προέβλεπε ο Άγγλος!

 ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ

ΜΙΣΟ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Τελειώνοντας την έκθεση των περί τη Μόρφου γεγονότων και εξελίξεων μέχρι το 1950, και προτού προχωρήσω στα παρακάτω χρόνια, κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω το περί γεωργικών ασχολιών θέμα των κατοίκων Μόρφου αλλά και όλης της περιοχής, μέχρι την εποχή αυτή.

Άλλωστε μπορεί να ισχυριστεί κανένας ότι πέραν του 80% του τότε πληθυσμού είχε σαν κύρια ασχολία του τη γεωργία, την εσπεριδοκαλλιέργεια και την κτηνοτροφία αιγοπροβάτων.

Η έκθεση των γεγονότων στηρίζεται περισσότερο στις προσωπικές μου εμπειρίες αλλά και σε πληροφόρηση που πήρα από τη Βιβλιοθήκη του Τμήματος Γεωργίας.

Όταν διηγείσαι στους σημερινούς νέους πώς ήταν η ζωή σ’ όλες της τις εκφάνσεις και απόψεις, μόλις μισό αιώνα πριν, νομίζουν πως τους μιλάς τουλάχιστο για το μεσαίωνα.  Πόση διαφορά μόνο για μια γενεά!  Πως γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε κι ανδρωθήκαμε εμείς και πώς τα παιδιά μας!  Ποιος ήταν ο δικός μας περίγυρος και ποιος είναι ο δικός τους.  Η διαφορά είναι τέτοια που θάταν και για μας ασύλληπτη και αδιανόητη, αν δεν τη ζούσαμε.  Στα παρακάτω θα προσπαθήσω να φέρω στην επιφάνεια τις γεωργικές ενασχολήσεις των Μορφιτών γεωργών στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, τα βάσανα, τις πίκρες και τις ταλαιπωρίες τους αλλά και τις ευτυχισμένες τους στιγμές και τις μικροχαρές τους, όπως τα έζησα μικρός με τον παππού και τη γιαγιά μου.  Γιατί είχαν και τις χαρές και την ικανοποίησή τους, παρατηρώντας το δικό τους σιταροκρίθι στην αποθήκη, τα φασόλια, τα κουκιά, τα λουβιά και το λινάρι στα σακιά.  Όλα βγαλμένα απ’ τον ιδρώτα και το αίμα τους.  Κι όταν ακόμα διάλεγε το καρπούζι από το δικό του μποστάνι, άνοιγε το «τσακκούδι» του ο παππούς, το έκοβε σε μοίρες και το απολάμβανε μέσα στο λιοπύρι, ύστερα από εξουθενωτική δουλειά, ψελίζοντας «Δόξα σοι ο Θεός, δεν υπάρχει καλύτερο φρούτο».

Η αλήθεια είναι πως οι Μορφίτες γεωργοί υπήρξαν πολύ τυχεροί και προνομιούχοι.  Τα χωράφια τους πεδινά και εύφορα, με πλούσια υπόγεια νερά, που τάφερναν στην επιφάνεια τότε με αλακάτια ή μηχανές από πηγάδια μόλις 5 -10 μ. βάθους.  Είχαν και δύο – τρία τρεχούμενα νερά «τρεξιμιά».  Ας εξετάσουμε όμως και τις δυσκολίες της εποχής:

  1. Τα σκορπισμένα εδώ και εκεί αγροτεμάχια τους. Ένα κομμάτι στην Τερατσιά, το άλλο στη Στεφανιά, άλλο στου Σαντενή ή στα Γναφκιά και τ’ άλλο στην Ποδίνα.  Μίλια πολλές φορές η απόσταση μεταξύ τους.
  2. Συγκοινωνίες και μεταφορές με τα ζώα οι περισσότεροι, με τα κάρα οι ευπορότεροι. Αμέτρητες ώρες στους δρόμους.
  3. Μέσα πρωτόγονα. Ξύλινο άροτρο, θέρισμα με δρεπάνι, αλώνισμα με δουκάνη, σπορά και λίπανση με τη χούφτα του χεριού, πότισμα με το φτυάρι, σκάλισμα και πέλιασμα με την τσάπα και το πέλι.
  4. Φυτικές ασθένειες – Φυτοφάρμακα λιγοστά και δυσεύρετα. Συμβουλές από ειδικούς σχεδόν ανύπαρκτες.
  5. Διάθεση προϊόντων. Αποκλειστική εξάρτηση από εμπόρους που μάζευαν όσο καρπό μπορούσαν και σ’ όποια τιμή όριζαν οι ίδιοι.  Άλλωστε έκαναν και «χατήρι» για ν’ αγοράσουν τον καρπό.  Συμβούλια εμπορίας, συνεργατικά διάθεσης προϊόντων ήταν όνειρα απατηλά.

ΟΙ ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Τα Σιτηρά

Τα σιτάρια και τα κριθάρια είναι στην ανάπτυξή τους.  Εκείνο που τους χρειάζεται είναι η βροχή.  «Αν βρέξει ο Μάρτης δκυό νερά, τζι Απρίλης άλλο ένα».  Το στέλεχος του φυτού θ’ αναπτυχθεί, τα στάχυα θα γεμίσουν.  Όμως οι πολύ ραγδαίες μπόρες του Μάη ή το χαλάζι μπορεί να έφερναν καταστροφή.  Τα φυτά τσακίζονταν, ξαπλώνονταν στο έδαφος και χαλούσε ο καρπός.

Το κριθάρι είναι έτοιμο στα τέλη Απριλίου.  Σχεδόν αμέσως μετά το ΠΑΣΧΑ, αν ήταν ο καιρός ζεστός, άρχιζε ο χορός του δρεπανιού.  Μέχρι τα μέσα Μαΐου τα κριθάρια ήταν θερισμένα κι είχαν κουβαληθεί στ’ αλώνια.  Αρχές Ιουνίου άρχιζε το θέρισμα του σιταριού.  Το αριστερό χέρι μάζευε τα στελέχη, το δεξί τα έκοβε με το δρεπάνι (ανάποδα για τους αριστερόχειρες).  Δέσμες – δέσμες το θερισμένο απλωνόταν στο χωράφι.  Ακολουθούσε το μάζεμα και το τύλιγμα σε δεμάτια.  Τα δεμάτια στοιβάζονταν σε σωρό, απ’ όπου φορτώνονταν στα ζώα ή στα κάρα για μεταφορά τους στ’ αλώνι.  Για όσους γνωρίζουν, το φόρτωμα αυτό χρειαζόταν αρκετή δεξιοτεχνία.

Τα Μποστανικά (Καρπούζια , Πεπόνια)

Μέσα στο Μάρτιο, με την κανονική υγρασία στα χωράφια, γινόταν και το φύτεμα των μποστανικών, με την ακόλουθη σειρά:

  1. Καλλιέργεια του χωραφιού με το ξύλινο άροτρο.
  2. Άνοιγμα αυλακιών με το άροτρο, σε δύο μέτρα απόσταση η μια από την άλλη.
  3. Μέσα στην κάθε αυλακιά, σε λακκάκια, ρίχνονταν 2 – 3 σπόροι καρπουζιάς ή πεπονιάς και σκεπάζονταν. Τα λακκάκια απείχαν ένα περίπου μέτρο από το άλλο.  Αφήνετο δηλ. ικανοποιητικός χώρος, μέσα στον οποίο θ’ απλωνόταν το φυτό της καρπουζιάς ή πεπονιάς.
  4. Για να υπάρχει ποικιλία στα είδη διατροφής για την οικογένεια του γεωργού, φυτεύονταν στο ίδιο χωράφι λουβιά, μπάμιες, τομάτες, βαζάνια κ.λπ.
  5. Όταν βλαστούσαν τα φυτά, γινόταν το σκάλισμα του γύρω χώρου, για να εκριζωθούν τυχόν ζιζάνια και να μαλακώσει το χώμα. Λίγο λίπασμα για την ανάπτυξη ριχνόταν γύρω στη ρίζα.
  6. Με το μεγάλωμα των φυτών γινόταν θειάφισμα με σκόνη για πρόληψη της «στάχτης», που αν δεν προλαμβανόταν, έκαμνε τα φυτά πραγματική στάχτη. Μια άλλη φοβερή ασθένεια, όταν τα φυτά έκαναν καρπό, ήταν το «μέλωμα».

Ποικιλίες που συνηθίζονταν τότε ήταν τα πατσαλιά (πρασινόασπρα) καρπούζια, στρογγυλά ή μακρουλά.  Στα πεπόνια κυριαρχούσαν τα γνωστά «κοτσιήνια», που λιγοστά βρίσκουμε και σήμερα και τα «πέτσινα» πεπόνια, με το σκληρό δέρμα.  Αρχές Ιουνίου εμφανίζονταν τα πρώτα «κοτσιήνια».  Καλά, ώριμα καρπούζια είχαμε τον Ιούλιο.

Τα Φασόλια

Μεγάλες εκτάσεις της μορφίτικης γης φυτεύονταν με φασόλια, σε δύο περιόδους.  Τα καλοκαιρινά φυτεύονταν μέσα στο Μάρτη και μαζεύονταν  τον Ιούλιο, τα χειμωνιάτικα τον Αύγουστο και τελείωναν το Νοέμβριο.  Τα δεύτερα ήταν  πιο αδρά από τα πρώτα, χωρίς να ξέω το λόγο.  Η ποικιλία ήταν η ίδια.  Το φύτεμα των φασολιών γινόταν όπως και των άλλων οσπρίων, λουβιών, κουκιών κ.λπ.  Όταν το χωράφι ήταν κανονικά υγρό, είχε δηλ. «όρκο» τότε σκορπιζόταν στο χωράφι το ανάλογο λίπασμα με τη χούφτα, αν χρειαζόταν.  Ξεκινούσε ο γεωργός με το ξύλινο άροτρο συρόμενο από δύο ζώα και άνοιγε την πρώτη αυλακιά.  Άλλος πίσω ακολουθούσε κι έριχνε ένα – ένα τους σπόρους μέσα στην αυλακιά.  Στην επιστροφή το άροτρο κάλυπτε την πρώτη αυλακιά με το χώμα της δεύτερης, που άνοιγε στο πλάι της.  Οι σπόροι ρίχνονταν με τον ίδιο τρόπο στη δεύτερη αυλακιά και ούτω καθεξής μέχρι να σπαρεί όλο το χωράφι.  Όταν τέλειωνε η σπορά και για να ισοπεδωθεί εντελώς το χωράφι, χρησιμοποιόταν ο λεγόμενος «σάρακλος».  Ήταν ένα ξύλο, λίγο πλατύ, ως ένα πόδι και βαρύ, μήκους 2 μέτρων περίπου.  Τον έσυραν τα ζώα, καθοδηγούμενα από το γεωργό, ο οποίος στεκόταν πάνω στο σάρακλο για να τον κάμνει πιο βαρύ.  Με το «σαράκλισμα» έκλειναν καλά οι αυλακιές, καλύπτονταν όλοι οι σπόροι και ισοπεδωνόταν εντελώς το χωράφι.

Τα χωράφια που φυτεύονταν με όσπρια, μποστανικά και άλλα καλοκαιρινά έπρεπε να ήταν «πότιμα», να μπορούσαν δηλ. να ποτίζονται από διατρήσεις όταν τα φυτά φαίνονταν διψασμένα.  Το πότισμα γινόταν με το σύστημα της «καλουσιής», ποτιζόταν δηλ. όλο το χωράφι, γι’ αυτό και έπρεπε τούτο να ήταν επίπεδο.  Το χωράφι χωριζόταν με χαμηλούς «όχθους» σε στενά τεμάχια πλάτους 4 – 5 μέτρων για την υποβοήθηση του νερού να ποτίζει κάθε τεμάχιο.  Αν δεν γινόταν τούτο, ο ποτιστής καθοδηγούσε με το φτυάρι του το νερό να ποτίσει όλο το χωράφι, ανοίγοντας τους λεγόμενους «κατεβάτες».  Τα καλοκαιρινά φασόλια χρειάζονταν πότισμα κάθε 8 – 10 μέρες.  Τα χειμωνιάτικα, ίσως κάθε 15 μέρες λόγω του μαλακότερου καιρού.

Το αργότερο μέσα στον Ιούλιο τα φασόλια ήταν έτοιμα για μάζεμα.  Τούτο γινόταν με ξερίζωμα του κάθε φυτού.  Σχηματίζονταν δεμάτια, φορτώνονταν στα γαϊδούρια ή στα κάρα και μεταφέρονταν στ’ αλώνια.  Αφού ξηραίνονταν καλά, αλωνίζονταν με τη δουκάνη, άνοιγαν τα θυλάκια και ξεχώριζε ο καρπός.  Μετά το ικανοποιητικό κατατεμάχισμα των φυτών, σχηματιζόταν ο σωρός και ακολουθούσε το ανέμισμα.

Ξεχώριζε ο καρπός από τα άχυρα, που αποτελούσαν θαυμάσια τροφή για τα ζώα.  Με τον ίδιο τρόπο γινόταν το μάζεμα και το αλώνισμα των ώριμων κουκιών μέσα στο Μάη.  Για τα λουβιά ακολουθείτο άλλη διαδικασία.  Το φυτό της λουβιάς βγάζει τον καρπό σταδιακά.  Γι’  αυτό και σταδιακά μαζεύονται τα ώριμα θυλάκια, απλώνονται στον ήλιο και, αφού ξεραθούν καλά, κοπανίζονται για να ξεχωρίσει ο καρπός, το λουβί το ξερό.  Κατά διαστήματα συνεχίζεται η ίδια εργασία και το φυτό, αν διατηρηθεί υγιές, εξακολουθεί να προσφέρει φρέσκα «θυλάκια» μέχρι το φθινόπωρο.

Τα Εσπεριδοειδή

 Μέσα στην άνοιξη συμπληρωνόταν και το μάζεμα των εσπεριδοειδών που καλλιεργούνταν σε μικρή έκταση τότε και ήταν κυρίως της ποικιλίας «γιαφίτικα».

Σε κάθε περιβόλι όμως υπήρχαν και μερικά δέντρα λεμονιάς, μανταρινιάς, γλυκών (σιεκκέρικα), για τις ανάγκες της οικογένειας και των συγγενών και φίλων.  Τα εσπεριδοειδή τότε ήταν για την επιτόπια κατανάλωση.  Προσωπικά δεν ενθυμούμαι εξαγωγές στο εξωτερικό (εννοώ πριν από το 1950).

 ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ (ΘΕΡΟΥΣ)

Τον Ιούνιο τέλειωνε το θέρισμα και η  μεταφορά των δεματιών στ’ αλώνια.  Το αλώνι ήταν τεμάχιο χωραφιού που επιστρωνόταν με πηλό ανακατεμένο με άχυρα.  Ήταν το ίδιο μίγμα με το οποίο επιστρώνονταν οι στέγες των σπιτιών, κατασκευάζονταν τα πλιθάρια ή «σοβατίζονταν» οι πλινθαρένιοι τοίχοι.

Τα δεμάτια στοιβάζονταν σε θημωνιές παράπλευρα του αλωνιού.  Σε μια άκρη στηνόταν και η καλύβι με ξύλα και κλαδιά από πάνω, για λίγη σκιά στην κάψα του καλοκαιριού.  Πρώτα αλωνιζόταν το κριθάρι και μετά το σιτάρι.  Τα δεμάτια απλώνονταν στο αλώνι και ελύνοντο.

Το άπλωμα γινόταν με το μεταλλικό «δεκράνι».  Εργαλείο για το αλώνισμα ήταν η δουκάνη, ένα βαρύ ξύλινο κατασκεύασμα, διαστάσεων 3Χ1 μέτρα περίπου με ανασηκωμένο το μπροστινό μέρος, για να μπορεί να σύρεται εύκολα.  Στο κάτω μέρος η δουκάνη έφερε καλά στερεωμένες κοφτερές στενόμακρες ειδικές πέτρες, τα «αθκιάτζια».  Συρόταν από συνήθως δύο ζώα, βόδια κατά προτίμηση, γύρω – γύρω, καθοδηγούμενα από πρόσωπο που καθόταν στη δουκάνη, για να την κάνει πιο βαριά.

Τα «αθκιάτζια», με τις κοφτερές πλευρές τους, πετσόκοβαν με υπομονή τα στελέχη και τα στάχυα, μέχρι να σχηματιστεί ένα μίγμα από άχυρα και καρπό, έτοιμο να ανεμισθεί.  Το κριθάρι, κοντό και πιο εύθραυστο, χρειαζόταν μια βδομάδα να  λιώσει, το σιτάρι δυο.  Το μίγμα των αχύρων και του καρπού ονομαζόταν «μάλαμα».  Για να αποφεύγεται το συνεχές σκύψιμο των ζώων που έσυραν τη δουκάνη για να τρώγουν το μάλαμα, το στόμα τους κλεινόταν με ένα κατασκεύασμα από ξύλα και καλάμια που λεγόταν «τζιμός».  Το έτοιμο για ανέμισμα μάλαμα μαζευόταν σε στενόμακρο σωρό με τη βοήθεια ειδικών ξύλινων φτυαριών που δεν έγδερναν το αλώνι.

Το ανέμισμα ήταν γιορτή.  Μαζευόταν στο αλώνι όλη η οικογένεια αλλά και συγγενείς για να βοηθήσουν.  Μόλις ο δυτικός άνεμος άρχιζε να φυσά ικανοποιητικά, άρχιζε και το ανέμισμα με ειδικά ξύλινα δεκράνια.  Ο αέρας παρέσυρε το άχυρο που ήταν ελαφρότερο και άφηνε τον καρπό στο σωρό.  Το ανέμισμα συνεχιζόταν μέχρι να ξεχωρίσει εντελώς το άχυρο από τον καρπό.  Αφού επιτυγχάνετο αυτό, κοσκινιζόταν ο καρπός με μεταλλικά κόσκινα για να καθαρίσει από πέτρες, χωματένιους βόλους και άλλα αντικείμενα.  Ο καρπός, σιτάρι ή κριθάρι, μεταφερόταν σε σακιά με ζώα ή κάρα, στην αποθήκη του παραγωγού στο σπίτι, και φυλαγόταν στις λεγόμενες «ψαθαρκές», κυλινδρικά κατασκευάσματα από καλάμια.  Ο καρπός χυνόταν από πάνω μέσα στην ψαθαρκά, εν είδει «σιλό».  Στο κάτω μέρος υπήρχε τρύπα κλειστή μ’ ένα ρούχο.  Όταν έφευγε το ρούχο, έτρεχε ο καρπός σ’ ένα δοχείο.  Η ποσότητα του παραχθέντος καρπού μετριόταν με την «αμπούστα», ένα μικρό, κυλινδρικού σχήματος δοχείο, ορισμένων διαστάσεων και χωρητικότητας.  Η ποσότητα που χωρούσε ήταν ένα «κοιλό», που δεν είχε καμιά σχέση με τη σημερινή ποσοτική μονάδα του κιλού (χιλιογράμμου).  Γι’  αυτό και η παραγωγή κριθαριού ή σιταριού καθοριζόταν σε τέτοιες «αμπουστες» ή κοιλά.  Το άχυρο μεταφερόταν επίσης σε μεγάλα σακιά, στο αχυρωνάρι του γεωργού, που έφερε στην άκρη της στέγης ένα άνοιγμα.  Ένας χειροδύναμος ανέβαζε στη ράχη του από σκάλα το σακί με το άχυρο στη στέγη και από το άνοιγμα έχυνε το άχυρο στην αποθήκη, αδειάζοντας το σακί.

Τα πεπονοειδή

Τα πεπόνια, ιδιαίτερα τα «κοτσιήνια», άρχιζαν να ωριμάζουν από τις αρχές Ιουνίου, αλλά προς τα τέλη Ιουνίου και τον Ιούλιο ήταν στις δόξες τους.  Καλά, ώριμα καρπούζια έβγαιναν τον Ιούλιο.  Επειδή τα μποστάνια ποτίζονταν το καλοκαίρι, ήταν αναγκαίο να γυρίζονται τα πεπόνια και τα καρπούζια με προσοχή, για να μη σέπονται από την πλευρά που κάθονταν στην υγρασία.  Τα ώριμα πεπόνια και καρπούζια μαζεύονταν σε σωρούς στο χωράφι και ύστερα στην άκρη του χωραφιού.  Σ’ αυτό βοηθούσαν τα γαϊδούρια με τα δισάκκια ή τις συρίζες στη ράχη.  Από την άκρη του χωραφιού τα παραλάμβαναν οι έμποροι για να τα μεταφέρουν στις πόλεις για επιτόπια κατανάλωση.  Σε χρονιές μεγάλης παραγωγής ενθυμούμαι να πέφτουν οι τιμές χονδρικής πώλησης καρπουζιών μέχρι και ½ γρόσι την οκά, δηλ. το 1/18 του σελινιού (κάθε σελίνι είχε 9 γρόσια).

Το «πέλιασμα» των εσπεριδοειδών

Δεν υπήρχαν ακόμα τα τρακτέρ, ούτε τα μεγάλα ούτε τα μικρά, για να βοηθούν στις καλλιέργειες.  Γι’  αυτό και στα περιβόλια η καλλιέργεια για την καταστροφή των αγριόχορτων γινόταν χειρωνακτικά με το «τσάπισμα» με τις πλατιές τσάππες ή το «πέλιασμα» με το πέλι.  Το πέλι ήταν μυτερό φτυάρι προσαρμοσμένο σε μακρύ ξύλο.  Λίγο πιο πάνω από το μετάλλινο φτυάρι υπήρχε επίσης στερεωμένο σίδερο στο ξύλο, το οποίο πατούσε ο εργάτης με δύναμη ώστε να βυθίζει το φτυάρι στο χώμα και να το αναποδογυρίζει.  Το πέλιασμα ήταν αρκετά σκληρή δουλειά.

Το φύτεμα των χειμερινών φασολιών

Τον Αύγουστο ποτίζονταν με «καλουσιή» τα χωράφια και μόλις η υγρασία τους ήταν κατάλληλη (έφερναν «όρκο») τότε γινόταν η σπορά με τη βοήθεια του ξύλινου αρότρου, όπως περιγράψαμε πιο πάνω.

Το λινάρι

 Ο παππούς μου, όπως κι άλλοι γεωργοί, συνήθιζε να σπέρνει λινάρι μέσα σ’ ένα μικρό κομμάτι του χωραφιού με το σιτάρι.  Το λινάρι αναπτυσσόταν και τέλειωνε ταυτόχρονα με το σιτάρι.  Μέσα στον Ιούνιο ξεριζωνόταν (δεν θεριζόταν) και εδένετο σε δεμάτια.  Όταν τέλειωναν οι δουλειές στο αλώνι, ο παππούς κοπάνιζε το λινάρι στην άκρη όπου ήταν οι σπόροι, για να μείνει μόνο το στέλεχος.  Φόρτωνε τα δεμάτια από τα στελέχη του λιναριού στο σαμάρι γαϊδουριών και τα κουβαλούσαμε σε «κόλυμπο» του ποταμού Οβγού, κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας του Μνασή.

Ο Οβγός ξεκινούσε από την περιοχή Κοντεμένου, μάζευε τα νερά της βροχής, ήταν στενός και βαθύς, περνούσε από τα βόρεια της Μόρφου και ενωνόταν με το Σερράχη, 2 περίπου χιλιόμετρα πριν από τη θάλασσα του Κόλπου Μόρφου.  Στην κοίτη του χειμάρρου αυτού σχηματίζονταν μικρές λιμνούλες (κόλυμποι) από νερά που ανάβλυζαν από πηγές στην κοίτη.

Μέσα σ’ έναν απ’ αυτούς τους κόλυμπους βουτούσαμε τα δεμάτια του λιναριού.  Έμεναν εκεί για 8 μέρες και τα βγάζαμε στον ήλιο να στεγνώσουν.  Σε λίγες μέρες μεταφέρονταν στο σπίτι στεγνά.  Μέσα στο φθινόπωρο που λιγόστευαν οι δουλειές, ή το χειμώνα, ο παππούς κοπάνιζε τα στελέχη του λιναριού με ειδικό χοντρό ξύλο και έβγαζε με το αδράχτι κλωστές λινές για διάφορες χρήσεις.

Μέσα στο καλοκαίρι γινόταν και το ξερίζωμα της αρτισίας που εκαλλιεργείτο σε σημαντικές ποσότητες, όπως επίσης και των ρεβιθιών.

ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

 Κυριότερη εργασία του φθινοπώρου ήταν η ετοιμασία των χωραφιών και η σπορά των δημητριακών.  Καλλιέργεια, λίπανση και αναμονή των πολυπόθητων βροχών.  Στις 3 Νοεμβρίου είναι η γιορτή του Αή – Γιωρκού, του Σπόρου.  Υπό κανονικές συνθήκες, αυτές τις μέρες, η σπορά πρέπει να είναι στο ζενίθ της.  Το σιταροκρίθι σπερνόταν στο χωράφι με τη χούφτα.  Ακολουθούσε η καλλιέργεια του χωραφιού με το ξύλινο άροτρο, η μια αυλακιά δίπλα στην άλλη, η μια να σκεπάζει την προηγούμενη της και μαζί να καλύπτονται και οι σπόροι από το χώμα.  Για το πλήρες ισοπέδωμα, η εργασία τέλειωνε με το σαράκλισμα.

Μέσα στο Νοέμβριο ήκμαζε και η συγκομιδή της χειμερινής σοδειάς των φασολιών.  Λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών τα θυλάκια δεν μπορούσαν να ωριμάσουν όλα καλά και ταυτόχρονα.  Με το ξερίζωμα μαζεύονταν οι φασολιές σε υπόστεγα ή στους «ηλιακούς» των σπιτιών.  Εκεί φασολιά με φασολιά, οι γυναίκες της οικογένειας, συγγένισσες και γειτόνισσες έκοβαν τα θυλάκια.  Τα άσπρα ή ημίξηρα που ήταν και τα περισσότερα, απλώνονταν στον φθινοπωρινό ήλιο να ξεραθούν και να κοπανιστούν μέχρι να ξεχωρίσει ο καρπός.

Τα πράσινα ήταν κατάλληλα για να μαγειρευτούν σαν φασόλια «ξικούνια».  Όσα περίσσευαν πωλούνταν στην αγορά.  Προσωπικές μου αναμνήσεις έντονες αποτελούν αυτές οι βραδιές, όταν μαζεύονταν συγγένισσες γύρω από τη «φωκού», στις κρύες νύκτες, έκοβαν τα θυλάκια και ταυτόχρονα έκοβε κι η γλώσσα τους ροδάνι.

ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

 Ο χειμώνας ήταν ουσιαστικά η περίοδος της ανάπαυσης και της προσευχής!  Προσευχή και παράκληση να πέσουν ικανοποιητικές βροχές, αγωνία να μην πέσει χαλάζι.  Το χαλάζι, πετσόκοβε τα σιτηρά ή τα ξάπλωνε κάτω, τα κτυπήματα του άφηναν σημάδια στα εσπεριδοειδή και τα έκαναν μη εμπορεύσιμα.  Οι βροχές έπρεπε να ήταν και ικανοποιητικές αλλά και περιοδικές, έτσι ώστε να υποβοηθείται η ανάπτυξη των σπαρτών.

Οι βαριές χιονοπτώσεις στα βουνά ήταν και είναι απαραίτητες για τον εμπλουτισμό των υπόγειων νερών.  Η περιοχή Μόρφου ήταν πολύ πλούσια σε υπόγεια νερά και ο εμπλουτισμός γινόταν και γίνεται από τα βουνά του Τροόδους.  Για να δώσουν όμως τα βουνά πρέπει να πάρουν.

Το χειμώνα, με τις λιγοστές γεωργικές ασχολίες, ο παππούς δεν έμενε άπρακτος.  Συνήθιζε να πλέκει «φάρτους» με βούρλα (σκλινίτζια).  Στα βόρεια του Συριανοχωριού, 1-2 χιλιομ. από τη θάλασσα και κοντά στις εκβολές του Σερράχη, εκτείνεται περιοχή που τότε ονομάζαμε «τα λειβάδια».  Το νερό εκεί, ήταν σχεδόν στην επιφάνεια και σε δύο σημεία κοντά και μέσα στο χωριό ανάβλυζε αρτεσιανό.

Η περιοχή λόγω της υγρασίας ήταν καλυμμένη με βούρλα.   Λιγοστά χωράφια είχαν εκκαθαριστεί από γεωργούς, ήταν αμμουδερά και φυτεύονταν με λουβιά και μποστανικά «άνεδρα».  Μάλιστα δε τα στενόμακρα καρπούζια, τα «λειβαδιώτικα» ήταν και πολύ εύγευστα.

Το καλοκαίρι με τον παππού ξεριζώναμε στελέχη βούρλων, τα οποία έσπαζε, ένα – ένα με ειδικό εργαλείο και τα φύλαγε.  Με δέσμες – δέσμες απ’ αυτά έπλεκε τους φάρτους.  Ήταν δοχεία μεταφοράς διαφόρων προϊόντων αρκετά μεγάλα με δύο «αφτιά» από πάνω.  Οι μεταφορές γίνονταν από δύο άτομα που κρατούσαν ο καθένας από ένα αφτί.  Αυτούς τους φάρτους εξέθετε προς πώληση ο παππούς, είτε στα πανηγύρια είτε στη λαϊκή αγορά, τα Σαββατοκύριακα.

Τους πωλούσε προς 5 σελίνια τον ένα, ποσό που ήταν αρκετά σημαντικό για την εποχή.  Με τον ίδιο τρόπο κατασκευάζονταν και μικρότερα δοχεία, τα «ζεμπύλια», για μεταφορές από ένα άτομο.  Άλλοι κατασκεύαζαν τις «συρίζες», που ήταν δύο φάρτοι ενωμένοι, ώστε να ταιριάζουν στη ράχη γαϊδουριού ή μουλαριού και να κρέμονται ο ένας από τη μια μεριά και ο άλλος από την άλλη.

Τέλος ας μη φαντασθούμε πως οι γεωργοί μας έμεναν εντελώς άπρακτοι το χειμώνα.  Έκαναν τα «ξεχορτίσματα» για να απαλλάξουν τα σπαρτά, την αρτισιά και άλλες φυτείες από τα ζιζάνια (άρκαστη, λαψάνες κ.λ.π).  Τα ζιζανιοκτόνα δεν είχαν έλθει ακόμα.

Σημειώνω επίσης ότι μέσα στην άνοιξη και προς το τέλος του καλοκαιριού γινόταν και φύτεμα πατατών αλλά σε μικρές ποσότητες (δύο σοδειές).  Ανάλογες ήταν και φυτείες κουκκιών και βαμβακιού.

Τα πάντα μπορούσαν να δοκιμαστούν στον εύφορο Μορφίτικο κάμπο, με επιτυχία.  Τελικά επικράτησαν τα πιο κερδοφόρα.  Βασικός κανόνας της πολιτικής οικονομίας, η ειδίκευση.

 

ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΜΟΡΦΟΥ

ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

Από το επίσημο βιβλίο της Απογραφής του 1902, πληροφορούμαστε τα παρακάτω για το Διαμέρισμα Μόρφου:

Ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου ανερχόταν στις 237,022 κατοίκους. Το σχετικό δημοσίευμα δεν αναφέρει δυστυχώς, πόσοι ήταν οι Έλληνες και πόσοι οι Μωαμεθανοί τούρκοι. Η κατανομή του πληθυσμού στου Μόρφου και τις γειτονικές κοινότητες είχε ως ακολούθως:

Έλληνες Τούρκοι Μωαμεθανοί Σύνολο
Μόρφου             2648             114 2762
Κάτω Ζώδια 686 —– 686
Πάνω Ζώδια 528 —– 528
Συριανοχώρι 285 —— 285
Αστρομερίτη 593 —– 593
Αργάκι 348 104 452
Κατωκοπιά 411 1 412
Καπούτι 338 6 344
Χρυσουλιού 74 —- 74
Κυρά 235 4 239
Φιλιά 220 —- 220
Ακάκι 644 96 740
Περιστερώνα 467 362 829
Νικήτας 136 —- 136
Πραστειό 202 —- 202
Πεντάγυια 127 —- 127
Καραβοστάσι 24 5 29
Πέτρα 537 —- 537
Λεύκα 193 1143 1336

ΔΙΑΦΟΡΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ

α)  ΝΕΟ ΣΦΑΓΕΙΟ      

Στην εφημ. «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» της 6 Ιανουαρίου 1921 δημοσιεύτηκε η ακόλουθη ανταπόκριση από του Μόρφου:

«Το Δημαρχείον ημών είναι παντός επαίνου άξιον, διότι ωκοδόμησε νέον σφαγείον πέραν του ποταμού Σερράχη, μακράν της κωμοπόλεως.  Ήτο πραγματικώς καιρός πλέον να λείψη η φοβερά δυσοσμία, η εκ του παλαιού σφαγείου, εις τον καλύτερον δρόμον της κωμοπόλεως μας».

Πρόκειται για το σφαγείο που λειτούργησε δίπλα από τη βόρεια όχθη του Σερράχη, πάνω στο δρόμο που οδηγούσε προς την τοποθεσία που έγινε αργότερα το Δημοτικό Γήπεδο.  Εκεί δίπλα ήταν και οι αποθήκες πετρελαιοειδών και άλλων εμπορευμάτων του εμπόρου Χαραλαμπίδη.  Το σφαγείο αυτό μόνο οι παλαιότεροι μπορούν να το ενθυμούνται, διότι αργότερα καταργήθηκε και τη θέση του πήρε ένα σύγχρονο νέο σφαγείο στο δρόμο προς το Καπούτι, πέραν του Δημοσίου Κήπου, επί δημαρχίας Νικολοπούλου.

β)  Ο ΗΛΕΚΤΡΟΦΩΤΙΣΜΟΣ

Στην ίδια,  ως πιο πάνω ανταπόκριση, δημοσιεύτηκε επίσης ότι το Δημοτικό Συμβούλιο Μόρφου αποφάσισε κατ’  αρχήν να πραγματοποιήσει τον ηλεκτροφωτισμό της κωμόπολης και έμεινε να κανονισθεί το ζήτημα κατά τον καλύτερο τρόπο.

«Θα είναι ευχάριστον, αν το ζήτημα αυτό πραγματοποιηθεί αν και η «ασθένεια» της ηλεκτρικής Λευκωσίας μας εφόβισεν».

Ήδη από παλαιότερα η Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία (C.M.C.) έκαμε σκέψεις για ηλεκτροφωτισμό διαφόρων κοινοτήτων της περιοχής, μεταξύ των οποίων και της Μόρφου.

Στο μεταξύ είχαν ήδη ηλεκτροφωτισθεί η Λευκωσία και είχαν παραγγελθεί οι μηχανές για τον ηλεκτροφωτισμό της πόλης της Πάφου.  Είναι γεγονός όμως ότι για τον ηλεκτροφωτισμό της Λευκωσίας παρουσιάζονταν προβλήματα και διαφορές, γι’  αυτό και επροκαλούντο προβληματισμοί στην υλοποίηση διαφόρων σχεδίων.

Τελικά μέσα στο 1926, επί δημαρχίας Ιερείδη, κατασκευάστηκε ειδικό κτίριο για να στεγάσει τον αναγκαιούντα μηχανικό εξοπλισμό παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.  Το κτίριο κτίστηκε απέναντι, νότια και πολύ πλησίον των υποστατικών και της Εκκλησίας του Αγίου Μάμα.  Παράλληλα στήθηκαν οι πάσσαλοι και τα σύρματα για τη διακλάδωση του ρεύματος και τον ηλεκτροφωτισμό κεντρικών δρόμων της κωμόπολης.  Παραγγέλθηκαν δύο μεγάλες μηχανές με τους ηλεκτροπαραγωγούς δυνάμους και τοποθετήθηκαν στις θέσεις τους.  Η μια μηχανή ήταν μεγαλύτερη από την άλλη.

Όταν έπεφτε η νύκτα ξεκινούσαν τη μεγάλη μηχανή και εγίνετο η φωταγώγηση των δρόμων και παρείχετο ρεύμα σ’ όσες κατοικίες οι οικοδεσπότες είχαν την οικονομική δυνατότητα να κάμουν τη σχετική εγκατάσταση και να πληρώνουν τον ανάλογο λογαριασμό.  Γύρω στις 11 το βράδυ, επειδή έπεφτε η κατανάλωση του ρεύματος, σταματούσαν τη μεγάλη μηχανή και ξεκινούσαν τη μικρότερη, προφανώς για λόγους οικονομίας.  Στις 2 το πρωί σταματούσε και η δεύτερη.

Το ρεύμα θα ξαναρχόταν το επόμενο βράδυ.

γ)  ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΟ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΣ ΣΧΟΛΙΚΟ ΚΤΙΡΙΟ

Σε ανταπόκριση της 19 Φεβρ. 1921, ο ανταποκριτής «Ω» από την Μόρφου, έγραφε στην εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ:

«Τη παρελθούση Δευτέρα εκάλεσεν ο Πανιερότατος (Μακάριος Μυριανθέας) τους προκρίτους της κωμοπόλεως εν τη Μητροπόλει προς σύσκεψιν επί της εκχωρήσεως του παρθεναγωγείου προς την Μητρόπολιν και του τρόπου ανεγέρσεως νέου, του νυν υπάρχοντος όντος ακαταλλήλου, επίσης περί του καθορισμού των ορίων των τριών ενοριών της κωμοπόλεως και περί του ζητήματος της εφαρμογής και εν Μόρφου της Κυριακής αργίας.  Σχετικαί αποφάσεις ελήφθησαν επί των δύο τελευταίων ζητημάτων μόνον, του πρώτου απαιτούντος σκέψιν ακόμη».

Καταγράφω λίγα επεξηγηματικά για το θέμα των Σχολείων.  Το πρώτο ωραίο σχολικό κτίριο που εγκαινιάστηκε το 1910, χρησιμοποιήθηκε τελικά σαν αρρεναγωγείο, όπως στα προηγούμενα έγραψα.  Έτσι για το Παρθεναγωγείο, χρησιμοποιήθηκαν οι αίθουσες του πρώην Αρρεναγωγείου, δίπλα στα υποστατικά της Ι. Μονής Αγίου Μάμα, με σχολική αυλή το χώρο όπου αργότερα κτίστηκε το νέο κτίριο της Μητρόπολης Μόρφου.

Από την πιο πάνω ανταπόκριση, φαίνεται πως η εκεί λειτουργία του Παρθεναγωγείου άρχισε να γίνεται προβληματική.  Γι’  αυτό και άρχισαν να γίνονται σκέψεις για ανέγερση δεύτερου νέου, σύγχρονου σχολικού κτιρίου για τις ανάγκες του Παρθεναγωγείου.  Η Μητρόπολη ζήτησε να της παραχωρηθεί ο χώρος ׁ  εκείνος που λειτουργούσε το Παρθεναγωγείο, με αντάλλαγμα να βοηθήσει στην οικοδόμηση του νέου κτιρίου.  Πάνω στο θέμα αυτό υπήρξε σκεπτικισμός, ενώ διευθετήθηκαν εύκολα η οριοθέτηση των τριών εκκλησιαστικών ενοριών της Μόρφου, δηλ. του Αγίου Μάμα, του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Παρασκευής, καθώς και το θέμα της καθιέρωσης της Κυριακής Αργίας.

Οι περαιτέρω εξελίξεις στο θέμα ανέγερσης του νέου σχολικού κτιρίου καταγράφονται στην ανταπόκριση του Ω στη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ της 7 Φεβρ. 1925.  Το Δημοτικό Συμβούλιο, σαν Σχολική Επιτροπεία για τα δημοτικά σχολεία, συνήψε δάνεια από £1500 για την ανέγερση Παρθεναγωγείου.  Με την έγκριση του αρχιεπόπτου των σχολείων και την πιστοποίηση του αγροτικού ιατρού Μόρφου, επιλέγηκε το κατάλληλο οικόπεδο, πάνω στο οποίο θα κτιζόταν «κατά το παρόν έτος, το νέον ημών κτίριον.  Το επιλεγέν μέρος είναι πραγματικώς θαυμάσιο και από υγιεινής και από θεαματικής απόψεως, ούτως ώστε το νέον σχολικόν μέγαρον να εκπληροί τον προορισμόν του τον πολλαπλούν και να αποτελεί συγχρόνως λαμπρόν κόσμημα της κωμοπόλεως ημών».

Η επιλογή του μέρους εγκρίθηκε και από το Διοικητή Λευκωσίας που επισκέφθηκε του Μόρφου.  Στην ίδια επίσκεψη ο Διοικητής παρέστη και στα εγκαίνια του μόλις τότε περατωθέντος οθωμανικού σχολείου Μόρφου, κατά τα οποία μίλησε ο Χότζας της μικρής μουσουλμανικής κοινότητας.

Το νέο ελληνικό σχολικό κτίριο είναι αυτό που γνωρίσαμε να λειτουργεί σαν αρρεναγωγείο, ψηλά, στη νότια όχθη του Σερράχη ποταμού.  Διότι όταν τέλειωσε το κτίριο αποφασίστηκε να μεταφερθεί εκεί το Αρρεναγωγείο και το παλαιότερο κτίριο να λειτουργήσει σαν Παρθεναγωγείο.

Το δίδυμο των δυο νεοκλασσικών σχολικών κτιρίων, το ένα απέναντι από το άλλο, αποτέλεσαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, αληθινόν κόσμημα και μεγάλη περηφάνεια για την πόλη της Μόρφου, μέχρι την ημέρα που τουρκοπατήθηκε.

δ)  ΤΟ ΠΟΣΙΜΟ ΝΕΡΟ

Για την προμήθεια νερού στα νοικοκυριά, ακόμα και πόσιμου, γνωρίζουν οι παλαιότεροι, ότι στις αυλές των σπιτιών υπήρχαν λάκκοι από τους οποίους με αλακάτι, αντλούσαν ωραίο και καθαρό κρύο νερό.  Οι λάκκοι δεν ήταν βαθιοί γιατί τότε δεν υπήρχεν ακόμα υπεράντληση νερού.

Όμως υπήρχαν τα δυσεπίλυτα προβλήματα από την κατάσταση αυτή για μια αναπτυσσόμενη και εξελισσόμενη κωμόπολη των 4 -5 χιλιάδων κατοίκων.  Γι’  αυτό και οι αρχές της πόλης σκέπτονταν διαρκώς τρόπους επίλυσης του προβλήματος μεταφοράς και διακλάδωσης σε κεντρικά σημεία της πόλης και στα σπίτια ακόμα, πόσιμου νερού.  Ιδού λοιπόν η σχετική ευχάριστη είδηση για την αρχή της υλοποίησης της μεγάλης αυτής προσπάθειας.

Μέσα στον Αύγουστο του 1922 επεσκέφθησαν τη Μόρφου ο Διοικητής Λευκωσίας, ο αρχιμηχανικός και ο μηχανικός της Κυβερνήσεως, ο αρχιβοηθός του Αρχιγραμματέως κ. J. M. Ellis, για να εξετάσουν το πόσιμο νερό Μόρφου, για το οποίο η Κυβέρνηση είχε δωρήσει 1500 λίρες.

Επισκέφθηκαν όλοι επί τόπου το νερό του Κλεάνθη Λυμπουρή, ο οποίος όμως δεν ικανοποιήθηκε από την τιμή που του πρόσφεραν.  Γι’  αυτό οι κυβερνητικοί μηχανικοί σχεδίασαν άλλη γραμμή φρεάτων για προμήθεια πόσιμου νερού κοντά στον ποταμό Σερράχη, με πρόγραμμα η σχετική εργασία ν’  αρχίσει αμέσως (ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 2.9.1922).  Σε μεταγενέστερη ανταπόκριση στις 14.10.1922, αναφέρεται ότι άρχισαν οι προκαταρκτικές εργασίες για την ανόρυξη των φρεάτων προς μεταφοράν του νερού στην κωμόπολη. Έτσι αυτή θα είχε άφθονο πόσιμο νερό για να θεραπευθεί μια αισθητή έλλειψη.  Τον Ιούνιο του 1923, ο Διοικητής Λευκωσίας Σάριτζ είδε το πόσιμο νερό και έδωσε τις ιδέες του, πώς έπρεπε να διακλαδωθεί στου Μόρφου.

Τελικά το νερό που μεταφέρθηκε στου Μόρφου με τα φρέατα ήτο πολύ περισσότερο απ’  όσο χρειαζόταν για την ύδρευση.  Το επί πλέον χρησιμοποιόταν για την άρδευση χωραφιών.

Ο ανταποκριτής Χ αφιέρωσε στην εφημερίδα του ύμνον προς αυτό το «πηγαίον ύδωρ», υπερβάλλοντας λίγο αλλά με πολύ συναισθηματισμό:

«Είναι ο μόνος σχεδόν θησαυρός, τον οποίον έχει να επιδείξη σήμερον η πολίχνη μας, το άφθονον πηγαίον ύδωρ, το από τινος ανορυχθέν.  Την μετέβαλεν εις ένα καταπράσινον τάπητα, της έδωσε ζωήν και δύναμιν εις τας δυσκόλους αυτάς ημέρας, κατά τας οποίας τα πάντα απειλούνται από φθίσιν οικονομικήν.  Κυλίει τα κρυστάλλινα ρείθρα του μεγαλοπρεπώς, αρδεύον τώρα 20 -24 στρέμματα το ημερονύκτιον, κινούν τον ενθουσιασμόν πάντων, ευγνωμονούντων πάντας τους εργασθέντας δια την προμήθειαν τούτου»

Η εταιρεία αμιάντου πρότεινε να διακλαδώσει το νερό στην πόλη με σωλήνες από αμίαντο και ο κ. Ν. Παξιμιάδης από το Κάιρο, ζήτησε να του παραχωρηθεί η δύναμη τούτου για να ηλεκτροφωτίσει την πόλη.  « Το Δημοτικόν Συμβούλιον Μόρφου μελετά αμφότερα τα ζητήματα ως όντα λίαν σοβαρά, επισταμένως, λαμβάνον από διαφόρους πηγάς τας σχετικάς πληροφορίας».

Πολύ αργότερα, τον Απρίλιο του 1929, ο ανταποκριτής Α αναφέρθηκε στη διαχείριση αυτού του νερού από το Δημαρχείο.  Το νερό διακλαδώθηκε στου Μόρφου με κυβερνητική βοήθεια από £2500.  Το περίσσευμα επωλείτο στους γεωργούς και έφερε εισόδημα £600 το χρόνο.  Εκφραζόταν όμως διαμαρτυρία γιατί εγίνοντο προσωποληψίες κομματικού χαρακτήρα στην παροχή του νερού στους γεωργούς και έπρεπε να δοθεί προσοχή στο θέμα αυτό για να μη γίνονται καυγάδες.  Εγίνεται επίσης εισήγηση, το ποσό αυτό να μπαίνει σε ειδικό ταμείο ώστε σιγά – σιγά να γίνει μια Γεωργική τράπεζα, προς σωτηρίαν όχι μόνο των Μορφιτών αλλά και όλης της περιοχής.

ε)  Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΗΠΟΣ

Τον Οκτώβρη του 1922 μας έρχεται και άλλη ευχάριστη είδηση για το ωραίο Μόρφου μας.  Η είδηση για την ίδρυση του Δημοσίου Κήπου, που τόσες συγκινήσεις και ομορφιά χάρισε στου Μόρφου και τον κόσμο του.

«Κοντά εις τα τόσα άλλα προστίθεται τώρα ένα ακόμη εξωραϊστικόν έργον, το οποίον θα συντελέσει ακόμη περισσότερον εις την προς τον φυτικόν πλούτον αγάπην, η ίδρυσις Δημοσίου Κήπου.  Ο Δήμος Μόρφου, του οποίου πρϊσταται από σειράς ετών ο κ. Κ. Γεωργιάδης, και εις τον οποίον ομολογουμένως πολλά τα καλά οφείλει η κωμόπολις, εξηγόρασε τελευταίως μεγάλην έκτασιν γαιών αντί 90 λιρών, την περαιτέρω δε δαπάνη δια την ίδρυσιν, καλλιέργειαν και συντήρησιν του Δημοσίου τούτου Κήπου, όστις θα ανήκει εις τον Δήμον, ανέλαβεν η Κυβέρνησις χάρις εις τας προσπαθείας του κ. Δημάρχου και άλλων παραγόντων της κωμοπόλεως».

Το Μαϊο του 1923 η ρυμοτομία του Δημοσίου Κήπου περατώθηκε με ένα λαμπρό σχέδιο του αρχιμηχανικού της Κυβέρνησεως.  Σε λίγο άρχισε και η ανοικοδόμηση μικρού και κομψού καφενείου με σχέδια του ιδίου.  Πρόκειται για το πολυγωνικό εκείνο κτιριάκι στα βόρεια  του κήπου, λίγα μέτρα δεξιότερα του οποίου εγκαταστάθηκε ο ανεμόμυλος με τη μεγάλη δεξαμενή του, για τη άρδευση του κήπου.

Με απόφαση και έξοδα του Δημαρχείου Μόρφου δενδροφυτεύτηκε ο δρόμος προς το Δημόσιο Κήπο.  Θα πρόκειται για τους μεγαλοπρεπείς ευκαλύπτους ένθεν και ένθεν του δρόμου προς Κερύνεια και παράπλευρα του κήπου.  Στο κέντρο του κήπου, φυτεύτηκε και μεγάλωσε η όμορφη αραουκάρια, σπάνιο φυτό για την εποχή εκείνη, που έκανε σε όλους μεγάλη εντύπωση.  Τον Ιούνιο του 1923 επισκέφθηκε το Δημόσιο Κήπο Μόρφου ο Διοικητής Λευκωσίας Σάριτζ, που αποκόμισε άριστες εντυπώσεις.  Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου άρχισε να λειτουργεί θερινό κέντρο στον Κήπο, με διευθυντή το Χαρ. Τζιωνή:

«Ο κόσμος πλημμυρίζει το μαγευτικό τούτο μέρος, όπερ αποτελεί ένα θαυμάσιον και ζωογόνον πνεύμονα της κωμοπόλεως ημών και αναπνέει, ζωογονείται, ησυχάζει, απολαμβάνει και πίνει απ’ όλα».

Στα νεότερα χρόνια ο Δημόσιο Κήπος ήταν το τέρμα του απογευματινού κυριακάτικου περιπάτου των εκατοντάδων Μορφιτών και ιδιαίτερα των νέων και νεανίδων, που είχαν μια θαυμάσια ευκαιρία για τα αθώα τους φλέρτ.  Προς το τέλος της δεκαετίας του 1960, ο Κήπος ήταν το επίκεντρο διεξαγωγής του Φεστιβάλ Πορτοκαλιού Μόρφου.

στ)  Ο ΟΠΩΡΟΚΗΠΟΣ απέναντι από τα υποστατικά της Μονής του Αγίου Μάμα

 Έγραφα στα προηγούμενα ότι απέναντι από τα υποστατικά της Μονής του Αγίου Μάμα και ανατολικά του ανεγερθέντος πρώτου σχολικού κτιρίου, λειτούργησε για μερικά χρόνια και αναπτύχθηκε φυτώριο που παρήγαγε δενδρύλλια και διέθετε ωραίους ανθώνες, τους οποίους θαύμαζαν οι Μορφίτες και οι επισκέπτες της κωμόπολης.  Ήταν τότε είδος δημοσίου κήπου με πολλούς περιπατητές.  Για την άρδευση του κήπου είχε στηθεί ο πρώτος ανεμόμυλος με τη δεξαμενή του ακριβώς δίπλα από τον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε από την αγορά στον αστυνομικό σταθμό και το ταχυδρομείο.  Δυστυχώς στα μέσα της δεκαετίας του 1910, εγκαταλείφθηκε ο κήπος αυτός και οδηγήθηκε σε παρακμή.

Η ευχάριστη είδηση στην εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ της 18.11.1922 πληροφορούσε το Παγκύπριον ότι η Α. Πανιερότης ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος «άρχισε την κατασκεύην οπωροκήπου παραπλεύρως του αρρεναγωγείου Μόρφου.  Ήδη καταγίνεται εις την εγκατάστασιν ανεμομύλου δια την άρδευσιν.  Τοιαύτα φιλοπρόοδα έργα επισπώνται πάντοτε την κοινήν εκτίμησιν.  Η Α.  Πανιερότης ως πληροφορούμεθα, παρεχώρησε την ύδρευσιν των σχολείων εκ του ανεμομύλου».

Ορισμένες διευκρινίσεις για τις πιο πάνω πληροφορίες:

Το σχολείο στο οποίο αναφέρονται είναι το γνωστό μας Παρθεναγωγείο, που τότε λειτουργούσε σαν αρρεναγωγείο.  Ο ανεμόμυλος είναι ο δεύτερος που εγκαταστάθηκε με τη δεξαμενή του, περί τα 100 μέτρα βορειότερα του πρώτου και ο οπωρόκηπος είναι ο καταπινός κήπος εσπεριδοειδών με τις μανταρινιές, τις πορτοκαλιές και τις κληματαριές, που αναπτύχθηκε δίπλα από τον κεντρικό δρόμο και παράπλευρα του σχολικού κτιρίου.  Τον Ιούνιο του 1923, σε επίσκεψη του στου Μόρφου ο διοικητής Λευκωσίας Σάριτζ, μεταξύ των άλλων, επισκέφθηκε και επαίνεσε το νέο λαμπρό οπωρόκηπο του Μητροπολίτη Κυρηνείας, που αποτελούσε το ωραιότερο μέρος του Μόρφου.

Αρκετά αργότερα, σε κτήματα της Ι. Μητρόπολης στου Μόρφου αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό η εσπεριδοκαλλιέργεια, που αποτέλεσε σοβαρή πηγή εισοδήματος για τη Μητρόπολη.  Οι παλαιότεροι θυμούμαστε ότι εξαίρετος διαχειριστής της περιουσίας αυτής και άξιος φροντιστής των κήπων, υπήρξε για δεκαετίες ο γνωστός ιεροδιάκονος Κωνσταντίνος Κέπετζης.

ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ – ΤΑΧΥΔΡ. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ – ΤΗΛΕΦΩΝΑ

 Το παλιό αίτημα των κατοίκων της περιοχής Μόρφου για τη σύσταση και λειτουργία Κτηματολογίου για το διαμέρισμα Μόρφου – Λεύκας, έγινε πραγματικότητα και άρχισε τούτο να λειτουργεί από το 1899.  Οι κάτοικοι της περιοχής ήταν απόλυτα ικανοποιημένοι διότι για μεταβιβάσεις κτημάτων, απόκτηση τίτλων και άλλες υποθέσεις κτηματολογίου δεν θα ήταν πια υποχρεωμένοι να μεταβαίνουν στην πρωτεύουσα, γεγονός που τους στοίχιζε πολλές ταλαιπωρίες και έξοδα.  Ανταπόκριση από του Μόρφου αναφέρεται σ’  ένα διορισθέντα γραμματέα του κτηματολογίου Μόρφου, τον κ. Αιμ. Χούρρη «όστις μετά μεγάλης προθυμίας εκτελεί πάσας τας παρουσιαζομένας υποθέσεις, πάντες δε οι παρουσιασθέντες εις το κτηματολογικό γραφείο Μόρφου, αφ’ ης ημέρας ο υπάλληλος ούτος διωρίσθη, απήλθον κατευχαριστημένοι δια την ταχείαν αποπεράτωσιν των υποθέσεων τους.  Όθεν εκφράζομεν τας ευχαριστίας μας τω εντιμοτάτω Διευθυντή του Κτηματολογίου διά την επιτυχή εκλογήν που έκαμε»

(21 Ιουλίου 1903)

Αναφορικά με τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, φαίνεται ότι η κωμόπολη Μόρφου διέθετε τη διευκόλυνση αυτή προς τα τέλη του 19ου αιώνα, όχι όμως και οι κάτοικοι των γύρω χωριών.  Γι’  αυτό και οι κάτοικοι των χωριών Ζώδιας, Ακακίου, Αστρομερίτη και Περιστερώνας ζήτησαν με αναφορά τους προς το Διευθυντή Ταχυδρ. Υπηρεσιών κατά το 1897, να συμπεριληφθούν και τα χωριά τους στην «Ταχυδρομικήν Αγροτικήν Υπηρεσίαν».

Τηλεφωνικές υπηρεσίες ήταν βεβαίως ανύπαρκτες στην Κύπρο ως το τέλος του 19ου αιώνα, αλλ’ αξίζει τον κόπο ν’  αναφερθεί πως σύμφωνα με δημοσίευμα της «Φωνής της Κύπρου» το 1894, κάποιος Σταματιάδης από τη Σάμο, έκαμε προσφορά στην Κυπρ. Κυβέρνηση ν’  αναλάβει την τηλεφωνική διασύνδεση των κυπριακών πόλεων.  Παρόμοιο έργο είχε ήδη πράξει στη Σάμο και είχε τις σχετικές εμπειρίες.

Φαίνεται όμως ότι η προσπάθεια δεν καρποφόρησε.

ΤΟ ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΔΙΚΕΙΟ

Για την απονομή της δικαιοσύνης λειτουργούσε στου Μόρφου το λεγόμενο Κωμοδικείο, ένα πολύ χαμηλού επιπέδου όργανο απονομής δικαιοσύνης.  Αλλά το επίμονο αίτημα των κατοίκων να συσταθεί και λειτουργεί στου Μόρφου Πταισματοδικείο, για εκδίκαση σοβαροτέρων υποθέσεων της περιοχής, δεν εισακουόταν.  Ήδη από το 1885 εδημοσιεύθη είδηση ότι η κυβέρνηση έπαυσε τον κωμοδίκη της Μόρφου Π. Σαριπόγλου (δεν αναφέρονται οι λόγοι) και στη θέση του διορίστηκε ο Μ. Καραγεωργιάδης.  Σε κάθε όμως επίσκεψη του Αρμοστή ή του Διοικητή Λευκωσίας ετίθετο το αίτημα όπως έγινε και σ’  εκείνη του 1906, πράγμα που σημαίνει πως μέχρι τότε ακόμα δεν λειτουργούσε στη Μόρφου πταισματοδικείο.  Ήδη όμως είχε δημοσιευτεί, στις 27.6.1905 είδηση ότι «δια διατάγματος του Μ. Αρμοστού, ιδρύεται από της 1ης Αυγούστου 1905 πρόσθετον πταισματοδικείον εν Μόρφου και Λεύκα.  Τα πταισματοδικειακά καθήκοντα θα εκπληρώσιν οι κωμοδίκαι Μόρφου και Λεύκας, οίτινες θα συνεδρεύωσιν οτέ μεν εν τη πρώτη κωμοπόλει, οτέ δε εν τη δευτέρα».

ΥΓΕΙΑ – ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ

 Ο διορισμός κυβερνητικού γιατρού στου Μόρφου για να επισκέπτεται και τα χωριά της περιοχής, πράγμα που γινόταν σε άλλα διαμερίσματα, ήταν επίσης έντονο αίτημα των κατοίκων, μεταξύ άλλων, στο υπόμνημα κατά την επίσκεψη του Διοικητή στα 1906.

Από μια διαφήμιση σε εφημερίδα, τον Ιούλιο το 1901, πληροφορούμαστε ότι ο γιατρός «οφθαλμολόγος» Δημ. Γαζούλης, δεχόταν ασθενείς της ειδικότητας του στου Μόρφου και ότι πληρωνόταν μόνο μετά την αποθεραπεία του ασθενούς.  Δια τούτο δεν εδέχετο «περιπτώσεις ανιάτων».  Σε άλλη μεταγενέστερη διαφήμιση, ο ίδιος γιατρός πληροφορούσε ότι μπορούσε να δέχεται και πάσχοντες από οποιοδήποτε νόσημα.  Ως αμοιβή όρισε 1 σελίνι για κάθε επίσκεψη στην κλινική του και 2 σελίνια για κατ’ οίκον επίσκεψη.

Παλαιότερη ανταπόκριση του Ε.Ι. από τη Μόρφου, στη «Φωνή της Κύπρου», 8.12.1891, ανέφερε πως κάποιος ξένος εμπειρικός γιατρός εξάσκησε το επάγγελμά του στην κωμόπολη Μόρφου και τα περίχωρα για τρία περίπου χρόνια και «αναχώρησε δια την πατρίδα του κομίζων μεθ’ εαυτού, εκτός των διαφόρων επίπλων κτλ. και εκατοντάδας τινάς λιρών.  Ήδη η κωμόπολις ημών στερείται ιατρού και η στέρησις αύτη είναι λίαν επαισθητή.  Πολύ θα ωφέλει και θα ωφελείτο ερχόμενος ενταύθα εις καλός ιατρός».

Γύρω στα 1905 ευρίσκεται εργαζόμενος στου Μόρφου ο ιατρός Β. Κορωναίος, ο οποίος, κατά πληροφορίες μου, καταγόταν από τη Σπάρτη και είχε νυμφευθεί την κόρη του ιατρού Γαζούλη, στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω.  Το Νοέμβριο του 1907 αναχώρησε ο Κορωναίος από την Κύπρο και ο ανταποκριτής σημείωσε:  «Η αναχώρησις του ειρημένου ιατρού καταλείπει κενόν δυνασαπλήρωτον, εκφράζεται βαθύτατη λύπη αλλά και χαρά διότι η νέα του θέσις τυγχάνει αρκούντως αξιοπρεπής όσον και ικανοποιητική».

Μερικούς μήνες όμως πριν φύγει συνέβαλε πολύ ο Κορωναίος ώστε το φαρμακείο του Σ. Θωμαϊδη, στην Κερύνεια, να μεταφερθεί στου Μόρφου, έτσι ώστε να θεραπευθεί μια μεγάλη έλλειψη.  Γι’  αυτό και ο ανταποκριτής τόνιζε πως το ευχάριστο αυτό γεγονός έγινε «φροντίδι του ικανωτάτου ιατρού ημών κ. Β. Κορωναίου, ούτινος ένεκα, το φαρμακείον μετεφέρθη εις Μόρφου και εις την θερμήν υποστήριξιν του οποίου τόσον απροσκόπτως νυν λειτουργεί».

Δυστυχώς, όμως, μετά την αναχώρηση του γιατρού Κορωναίου έπαυσε να υποστηρίζεται το φαρμακείο αυτό, γι’ αυτό και λόγω έλλειψης εργασίας επέστρεψε στην Κερύνεια «καθ’ ότι ο ενταύθα μόνος δυστυχώς ιατρός Ιερείδης δεν ηθέλησε μετά του ρηθέντος φαρμακείου να συνεργασθεί».

Ο ανταποκριτής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός και τονίζει την ανάγκη να εξασφαλισθεί νέο φαρμακείο (1.2.1908)

Στα μέσα του 1907 εγκαταστάθηκε στου Μόρφου η διπλωματούχος μαία Μαρίνα Πιπίνου «μετά της χαριεστάτης θυγατρός της δ. Κασσάνδρας».  Η Πιπίνου είχε προηγουμένως ασκήσει το επάγγελμα της στη Λεμεσό.  Το γεγονός χαροποίησε και ανακούφισε τα μέγιστα τις εγκυμονούσες γυναίκες της περιοχής.

 Κυβερνητικός γιατρός στου Μόρφου, φοβερή επιδημία μηνιγγίτιδος

 Με τις προσπάθειες και τα υπομνήματα των Μορφιτών για διορισμό κυβερνητικού γιατρού στου Μόρφου και με τις έντονες ενέργειες του Δημάρχου Μόρφου, επετεύχθη η μετάθεση του αγροτικού γιατρού Ν. Μικελλίδη από τη Μύρτου στου Μόρφου «καθότι το διαμέρισμα Μόρφου, εκ 15 περίπου χιλιάδων αποτελούμενον κατοίκων εστερείτο από 5 και πλέον μηνών καταλλήλου ιατρικής περιθάλψεως, με αποτέλεσμα οικτρόν, οι αλλεπάλληλοι τρυφερών υπάρξεων θάνατοι».

Στις αρχές του 1909 ενέσκηψε στην Κύπρο επιδημία μηνιγγίτιδος, η οποία όμως πήρε μεγάλη έκταση στου Μόρφου, όπως φαίνεται από σχετικά δημοσιεύματα στον Τύπο:

«Πάσαν σχεδόν την νήσον λυμαίνεται αληθώς η βροτολοιγός της μηνιγγίτιδος νόσος, αλλά το μέρος κυρίως, όπου ενεφώλευσεν ανενόχλητος και απολέμητος εν όλω τω κράτει της είναι η κωμόπολις Μόρφου και το διαμέρισμα αυτής.  Πολλούς καθ’ εκάστην εκεί σωρηδόν αποστέλλει εις τον Άδην και νέους και γέροντας και εφήβους και βρέφη και νήπια».

Με προσπάθειες του Δημάρχου Μόρφου Κωστή Γεωργιάδη διορίστηκε και δεύτερος κυβερνητικός γιατρός για να βοηθήσει την κατάσταση.  Έτσι διαβάζουμε σχετικά στις εκ Μόρφου ανταποκρίσεις πως «ο κάλλιστος ημών αγροτικός ιατρός κ. Ν. Μικελλίδης και ο δραστήριος βοηθός αυτού κ. Α. Φράνσις μετά του αξίου των φαρμακοποιού κ. Ευαγόρα, περιέρχονται ακούραστοι τας οικίας της κωμοπόλεως προσφέροντες κάθε δυνατήν βοήθειαν».  Και εις άλλην ανταπόκρισιν σημειώνεται ότι «ο φιλόπολις και άξιος της κωμοπόλεως δήμαρχος κ. Κ. Γεωργιάδης, ως και ο σώφρων και πολύπειρος δεξιός αυτού σύμβουλος κ. Ι. Κυριακίδης, μουκτάρης, επιτελούσι μετά μεγίστης φιλοτιμίας και εν τη κρισίμω ταύτη περιπτώσει το καθήκον των, πολλά μοχθούντες υπέρ της υγείας της προσφιλούς αυτοίς κωμοπόλεως».

Σε επίσκεψη του στη Μόρφου ο διοικητής Λευκωσίας κ. Cade «επεσκέψατο τους μηνιγγιώντας της πόλεως μετά του Δημάρχου και του αγροτικού ημών ιατρού δίδων και λαμβάνων διαφόρους γνώμας».  Παρόλα αυτά, σε σχετική αρθρογραφία στις εφημερίδες διατυπώνονται σφοδρά παράπονα εναντίον της κυβέρνησης, η οποία δεν λαμβάνει τα πρέποντα και ουσιαστικά μέτρα για καταπολέμηση της ασθένειας όπως π.χ. τη δημιουργία καταλλήλων απομονωτηρίων για τους ασθενείς και τη χρησιμοποίηση κάποιου κατάλληλου οικήματος ως νοσοκομείου στη Μόρφου, η οποία αριθμούσε πέραν των 3 χιλιάδων πληθυσμού.  Η απομόνωση του ασθενή στο ίδιο του το σπίτι, οι σχετικές απολυμάνσεις και άλλα πρόχειρα μέτρα δεν εκρίνοντο αποτελεσματικά, και «ουδέν απολυμαντικόν φάρμακον χορηγείται εις τους κατοίκους διά τας οδούς, τα κοπρίας και τα οικίας των μη προσβληθέντων», οι οποίοι κινδυνεύουν να πέσουν θύματα της νόσου ανά πάσαν στιγμή.  Εγίνετο επίσης εισήγηση να γίνει προμήθεια αντιμηνιγγιτικού ορρού από τη Γαλλία, τελευταίας εφευρέσεως, που είχε μεγάλη θεραπευτική δύναμη.

Τα σχολεία έκλεισαν για 3 συνεχείς μήνες για την προστασία των μικρών μαθητών, κατά το πρώτο μισό του 1909.  Τα επίσημα στοιχεία της Κυβέρνησης μιλούσαν για 70 θανάτους από την ασθένεια, άλλες όμως πληροφορίες ανέβαζαν τον αριθμό των θυμάτων πάνω από 100, ήτο δε πολύ βαρύ το κλίμα που εδημιουργείτο στην πόλη από τους μαυροφορούντες και βαρυπενθούντες συγγενείς.  «Αι εορταί του Πάσχα παρήλθον εφέτος ψυχραί εν τη ημετέρα κωμοπόλει, ένεκεν της επικρατούσης δυστυχώς εισέτι επιδημίας της επαράτου μηνιγγίτιδος, της οποίας το απαίσιον δρέπανον τόσας τρυφεράς υπάρξεις εθέρισεν».

Δενδροκομείο στου Μόρφου

 Μετά τον Ελλαδίτη διευθυντή γεωργίας Γεννάδιο, που εργάστηκε στην Κύπρο στα τέλη του 19ου αιώνα και άφησε πραγματικά εποχή στα γεωργικά δρώμενα, εμφανίζεται στα 1905 σαν διευθυντής Γεωργίας ο Δ. Σαρακωμένος, επίσης Ελλαδίτης, ο οποίος συνέχισε επαξίως το έργο του Γεννάδιου.  Εφάρμοσε κάποιες δικές του τροποποιήσεις στο σιδερένιο άροτρο, ώστε να προσαρμοστεί στις κυπριακές συνθήκες και φρόντισε για την εισαγωγή θεριστικών και αλωνιστικών μηχανών.  Τον Ιούνιο του 1907 ο Σαρακωμένος επισκέφθηκε του Μόρφου και ανήγγειλε ότι είχεν αποφασισθεί οριστικά η εκεί ίδρυση και λειτουργία κατάλληλου «δενδροκομείου οπωροφόρων προ πάντων δένδρων».

Πολύ σύντομα το «δενδροκομείο» έγινε πραγματικότητα και λειτούργησε σε χωράφια της Ι. Μονής Αγίου Μάμαντος, που ευγενώς και προθύμως παραχώρησε ο Μητροπολίτης Κυρηνείας.  Μέσα στον Ιούλιο του 1907 έφθασε και τέθηκε σε λειτουργία ο ανεμόμυλος του δενδροκομείου (ασφαλώς θα πρόκειται για τον ένα από τους δύο που λειτουργούσαν στο περιβόλι της Μητρόπολης, πλησίον του Αγίου Μάμαντα, όπως θα ενθυμούνται οι ενήλικες Μορφίτες).

Ο Ελλαδίτης αυτός διευθυντής γεωργίας επισκεπτόταν τακτικά τη Μόρφου και το δενδροκομείο, το οποίο φρόντιζε σαν ένα πολύ χρήσιμο και ωφέλιμο δημιούργημά του.  Κάποιος ονόματι Φράγκος είχε διοριστεί ως υπεύθυνος του δενδροκομείου, εργάστηκε με ζήλο και έφερε θαυμάσια αποτελέσματα.  Σε μια επίσκεψή του ο Σαρακωμένος μάζεψε τους αγρότες της περιοχής Μόρφου στους οποίους επέδειξε τη χρήση του σιδερένιου αρότρου, και τους έπεισε για τα πλεονεκτήματα από τη χρήση του.

Σε άλλη επίσκεψη του τον Απρίλη του 1908 κάλεσε τις γυναίκες που εξέτρεφαν μεταξοσκώληκες «εν τη μεγάλη αιθούση του σχολείου ένθα επι μίαν και πλέον ώραν εν γλώσση αρκούντως καταληπτή, λαμπράν εποιήσατο ομιλίαν περί της χρυσοτόκου ταύτης κάμπης και της ιστορίας αυτής».

Από διάφορες άλλες πληροφορίες φαίνεται πως πράγματι αναπτύχθηκε σημαντικά η σηροτροφία στου Μόρφου και την περιοχή, μεταξάδες δε έφθαναν στου Μόρφου για την εξαγωγή του μεταξιού από τα βαμβύκια.  Με το μετάξι αυτό οι γυναίκες της περιοχής έπλεκαν υφάσματα μεταξωτά στις πατροπαράδοτες βούφες που διατηρούσαν στα σπίτια τους.  Όσο περίσσευε το πωλούσαν στο εμπόριο.

Τον Απρίλιο του 1911 ο Δ. Σαρακωμένος αναγκάστηκε να υποβάλει παραίτηση, γιατί λόγω πάθησης στους οφθαλμούς πήγε στην Ευρώπη για θεραπεία, όπου οι γιατροί του συνέστησαν αποχή από κάθε γραφική εργασία.  Ο ετήσιος μισθός του με επίδομα ήτο πολύ ψηλός για την εποχή, και ανερχόταν στις 472 λίρες.

Οι αποθήκες γεννημάτων για τις δεκατείες

 Το Μάιο του 1907 αγγέλλεται ότι «οσονούπω περατούνται αι παρά τον σιδηροδρομικόν σταθμόν Μόρφου ανεγειρόμεναι αποθήκαι δια δεκατείας».

Δύο μήνες περίπου αργότερα, αποπερατώθηκαν οι αποθήκες που αποτελούνταν από 5 ευρύχωρες αίθουσες και «επερίμεναν με πύλας ανοικτάς τα των δεκατειών φορτία». (22.6.1907).

Σε ένα μήνα εδημοσιεύθη ότι οι αποθήκες γεμίζονταν από τις δεκατείες από του Μόρφου και τα περίχωρα.  Τα προϊόντα μεταφέρονταν με το σιδηρόδρομο στη Λευκωσία, γεγονός που αποτελούσε μεγάλη διευκόλυνση.  Θα ενθυμούνται οι παλαιότεροι ότι οι αποθήκες βρίσκονταν μεταξύ του πρώτου νεκροταφείου της κωμόπολής μας και των πετρόκτιστων κτηρίων του σιδηροδρομικού σταθμού.  Μεταξύ των αποθηκών και των κτιρίων του σταθμού περνούσε ο δρόμος προς το Αργάκι και την Κατωκοπιά και οι γραμμές του τρένου προς Λευκωσία και περιοχή Σολέας.  Θα ενθυμούνται ακόμα οι μαθητές της πρώτης τάξης του Γυμνασίου Μόρφου των ετών 1960, 61, 62 ότι δέχονταν τα πρώτα γυμνασιακά μαθήματα μέσα στις αποθήκες αυτές, που μετατράπηκαν σε τάξεις, ελλείψει διδακτικού χώρου στο πρώτο κτίριο του Γυμνασίου και μέχρι την ανέγερση του δεύτερου γυμνασιακού κτιρίου.

ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΑ

Γενική άποψη των εξελίξεων στα εκπαιδευτικά πράγματα της Κύπρου αμέσως μετά την ανεξαρτησία

Σύμφωνα με το καταρτισθέν σύνταγμα λειτουργίας του νεοσύστατου Κυπριακού κράτους, η αρμοδιότητα για θέματα εκπαίδευσης των κοινοτήτων, Ελληνικής και Τουρκικής, αναλαμβάνετο από κοινοτικές συνελεύσεις (Βουλές).  Έτσι η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση με εκλεγμένους κοινοτικούς βουλευτές, ανάλαβε την ευθύνη της εκπαίδευσης των Ελληνοκυπρίων.  Διόρισε Εκπαιδευτικό Συμβούλιο για την καθημερινή διαχείριση των προβλημάτων της παιδείας.  Πρόεδρος και των δύο σωμάτων εκλέγηκε ο Δρ  Κωνσταντίνος Σπυριδάκις, γυμνασιάρχης του Παγκυπρίου Γυμνασίου.  Στα στελέχη του τότε Γραφείου Παιδείας δόθηκε η ευκαιρία αποχώρησης με σχετικές αποζημιώσεις λόγω απώλειας σταδιοδρομίας.  Τούτο έπραξαν μόνο οι άγγλοι ανώτεροι αξιωματούχοι.  Οι Ελληνοκύπριοι επιθεωρητές και άλλοι προτίμησαν να συνεχίσουν τη σταδιοδρομία τους.  Το Γραφείο Παιδείας επανδρώθηκε με αξιόλογους εκπαιδευτικούς της εποχής στις διάφορες θέσεις του Διευθυντή Εκπαίδευσης, Τμηματαρχών Δημοτικής, Μέσης, Τεχνικής Εκπαίδευσης κλπ.  Η ευθύνη επάνδρωσης των Σχολείων Μέσης και Τεχνικής Εκπαίδευσης αφαιρέθηκε από τη δικαιοδοσία των Σχολικών Εφορειών και δόθηκε στους αξιωματούχους του Γραφείου Παιδείας.  Εφαρμόστηκε δηλαδή κι εδώ το σύστημα διορισμών και μεταθέσεων από το Κέντρο, σύστημα που ανέκαθεν ακολουθείτο στη Δημοτική Εκπαίδευση επί αγγλοκρατίας.

Οι πρόεδροι και τα μέλη των σχολικών εφορειών εδιορίζοντο επίσης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.  Στην πόλη μας, ύστερα από οικειοθελή παραίτηση του μέχρι τότε εκλελεγμένου προέδρου της Σχολικής Εφορείας δικηγόρου Χριστόδουλου Πύργου, στη θέση του διορίστηκε ο γιατρός Πολύκλειτος Ιακωβίδης.  Η Σχολική Εφορεία ανάλαβε και την ευθύνη της Δημοτικής Εκπαίδευσης, την οποία μέχρι την ανεξαρτησία είχε ο Δήμαρχος και το Δημοτικό Συμβούλιο.

ΠΑΙΔΕΙΑ και ΣΧΟΛΕΙΑ στη Μόρφου μετά το 1960

Το 1960 λειτουργούσαν στην πόλη μας τα τρία Δημοτικά Σχολεία, Αρρεναγωγείο και Παρθεναγωγείο, το Κατώτερο Μικτό, (Α’ και Β’ τάξεις Δημοτικού), το Γυμνάσιο Μόρφου και η Ιδιωτική Εμπορική Σχολή Κώστα Σιλβέστρου.  Δίπλα από το Διδασκαλικό Κολλέγιο Μόρφου λειτουργούσε η διτάξια Αγροτική Σχολή, η οποία από το 1959 έγινε τριτάξια, και ενώ μέχρι τότε ήταν κυβερνητική, παραδόθηκε στη δικαιοδοσία της Σχολικής Εφορείας Μόρφου.

Στα παρακάτω θα εξετάσουμε σε συντομία ποια ήταν η ανέλιξη των εκπαιδευτηρίων μας μέχρι τη μέρα της προσφυγιάς.

  1. Το Ελληνικό Γυμνάσιο Μόρφου

Το Σεπτέμβριο του 1959 διορίστηκε σαν γυμνασιάρχης ο φιλόλογος Δρ. Αθανάσιος Μερεμέτης που είχε εργαστεί για πολλά χρόνια προηγουμένως στο Παγκύπριο Γυμνάσιο.  Ο αριθμός των μαθητών και μαθητριών είχε ξεπεράσει τους 1.000, ενώ ο αριθμός των αιθουσών διδασκαλίας στο κτίριο ήταν ανεπαρκής.  Στήθηκαν παράγκες στη βόρεια αυλή και χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και αποθήκες του παλιού σιδηροδρόμου σαν αίθουσες διδασκαλίας, για τα 7 τμήματα της Α’ τάξης.  Το προσωπικό του Σχολείου περιλάμβανε 10 περίπου καθηγητές – καθηγήτριες διαφόρων ειδικοτήτων από την Ελλάδα.  Η Σχολική Εφορεία προχώρησε στην ανέγερση νέου σχολικού κτιρίου, για να καλυφθούν τόσο οι τότε ανάγκες στέγασης αλλά και οι μελλοντικές.  Οι εργασίες άρχισαν σε χώρο προς τα Β.Α του παλιού κτιρίου και τέλειωσαν το 1962 μ’ ένα εντελώς νέο κτίριο.  Στα δύο κτίρια, παλιό και νέο, προστέθηκαν στα χρόνια που ακολούθησαν κι άλλες 10 περίπου αίθουσες για κάλυψη των αναγκών.

Το 1961 – 63 τη διεύθυνση του Γυμνασίου ανάλαβε ο εξ Ελλάδος φιλόλογος Νικόλαος Πιζάνιας, μετατεθείς από το Γυμνάσιο Λαπήθου.  Ο αριθμός των μαθητών αυξανόταν προς τους 1.500.  Το 1963, μετά την αφυπηρέτηση του κ. Πιζάνια, διορίστηκε γυμνασιάρχης ο φιλόλογος Χρίστος Πετρώνδας, ο οποίος και διοικούσε το Γυμνάσιο μαμούθ, μ’ ένα εκλεκτό επιτελείο εκπαιδευτικών από τη Μόρφου, την περιοχή και αλλαχού.  Το 1967 έγινε ένας κατ’ αρχήν διαχωρισμός του Σχολείου σε Αρρένων και Θηλέων με διευθυντές τους Χρίστο Πετρώνδα και Γ. Μουρούζη, αντίστοιχα.  Το 1968 έγινε ο οριστικός διαχωρισμός σε δύο μικτά Γυμνάσια , το Α’ και το Β’.  Το Α’ Γυμνάσιο με διευθυντή τον κ. Πετρώνδα χρησιμοποίησε το νέο κτίριο και το Β’ Γυμνάσιο με διευθυντή το φιλόλογο Γιώργο Γιάννακα (1968 – 73) το παλιό κτίριο.  Τον κ. Πετρώνδα διαδέκτηκαν στη διεύθυνση του Α’ Γυμνασίου οι Κωνσταντίνος Καραγιάννης, φιλόλογος (1969 – 71) και Γαβριήλ Μηνάς επίσης φιλόλογος (1971 – 74), που ήταν και ο τελευταίος πριν από την προσφυγιά.  Στη διεύθυνση του Β’ Γυμνασίου τελευταίος διευθυντής διετέλεσε ο φιλόλογος Κωνσταντίνος Γιαλλουρίδης (1973 – 74).

  1. Ιδιωτική Εμπορική Σχολή Κ. Σιλβέστρου – Δημοσία Εμπορική Επαγγελματική Σχολή – Γ’ Γυμνάσιο Μόρφου

Ο αείμνηστος Κώστας Σιλβέστρος, ήταν ένας εκλεκτός άνθρωπος και πολύ καλός καθηγητής των Αγγλικών.  Από το 1934 ίδρυσε στη Μόρφου ιδιωτική σχολή μέσης Παιδείας που πήρε διάφορες μορφές ανάλογα με τις συνθήκες της κάθε εποχής.  Σκοπός η βοήθεια των νέων ανθρώπων για μια καλή επαγγελματική αποκατάσταση.  Στην αρχή δινόταν έμφαση στην εμπορική κατάρτιση των μαθητών με διδασκαλία εμπορικών μαθημάτων παράλληλα με τα αγγλικά.  Το 1960 ο ιδιοκτήτης παράδωσε τη Σχολή χωρίς αποζημίωση στην Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση, πράγμα που έπραξαν και άλλοι ιδιοκτήτες σχολών τότε, έναντι σχετικών αποζημιώσεων (Λύκειο Νεοκλέους, Σχολή Σαμουήλ κλπ.).

Κατά το σχολικό έτος 1961 -62 η Σχολή λειτούργησε σαν παράρτημα του Γυμνασίου Μόρφου, υπό την ευθύνη του εμποριολόγου καθηγητή της Σχολής Γεωργίου Λαμπρίδη.  Το Σεπτέμβρη του 1962 αναλήφθηκε από το τμήμα Τεχνικής Εκπαίδευσης και ανεξαρτητοποιήθηκε, υπό το όνομα Δημόσια Εμπορική Επαγγελματική Σχολή Μόρφου.  Ήτο πεντατάξια με αριθμό μαθητών γύρω στους 100 και λειτούργησε μέσα σε ενοικιασμένο μεγάλο σπίτι με ικανοποιητική αυλή, στη βόρεια πλευρά της πόλης.

Στη διεύθυνση της Σχολής τοποθετήθηκε ο καθηγητής αγγλικών Νίκος Τζιαρρής.  Αρχικά εισάχθηκε η διδασκαλία εμπορικών μαθημάτων από τις μικρές τάξεις, όπως στοιχεία Λογιστικής και Εμποριολογίας στη Β’ τάξη. Διδάσκονταν επίσης σε μεγαλύτερες τάξεις η Τεχνική των Πωλήσεων, η Στενογραφία, η Δακτυλογραφία κλπ.  Το γεγονός όμως ότι για το διορισμό σε θέση κυβερν. υπαλλήλου χρειαζόταν απολυτήριο εξατάξιας σχολής, τούτο αποτελούσε τροχοπέδη στην ανάπτυξη της Σχολής από άποψη αριθμού μαθητών και μάλιστα καλών μαθητών.  Γι’  αυτό και μετά το 1967 προστέθηκε έκτη τάξη, προαιρετική στην αρχή και ύστερα υποχρεωτική.  Από τότε ο αριθμός των μαθητών άρχισε να αυξάνεται σοβαρά έτσι που φαινόταν αναπόφευκτη η ανέγερση σχολικού κτιρίου για τη στέγαση της.  Πράγματι όταν ο αριθμός τους έφθασε τους 400, άρχισε η ανέγερση του σε χώρο που παραχώρησε η Ιερά Μητρόπολη, βόρεια της πόλης και του Σερράχη.

Κατά το σχολικό έτος 1970 – 71, η Σχολή στεγάστηκε στο δικό της κτίριο και έγινε μεγαλοπρεπής γιορτή εγκαινίων.  Από τότε το Σχολείο πήρε την κανονική του μορφή, δηλ. οι 3 πρώτες τάξεις γυμνασιακές και οι 3 τελευταίες, αποκλειστικά εμπορικής κατεύθυνσης.  Κατά το σχολικό έτος 1972 – 73 μετονομάστηκε σε Γ’ Γυμνάσιο Μόρφου.

Ο Νίκος Τζιαρρής διεύθυνε το Σχολείο για 9 συνεχή χρόνια (1962 – 71) με δεξιοτεχνία, μεγάλο ενθουσιασμό και ενδιαφέρον.  Η πρόοδος και ανάπτυξη του σχολείου οφειλόταν στη δική του ηγετική έμπνευση αλλά και τη στενή συνεργασία και σκληρή εργασία ομάδας καθηγητών που ήταν στο πλευρό του όλα αυτά τα χρόνια.  Διάδοχοι διευθυντές υπήρξαν ο Παναγιώτης Κωνσταντινίδης, καθηγητής αγγλικών (1971 – 72), ο Κωνσταντίνος Γιαλλουρίδης, φιλόλογος (1972 – 73) και ο Χρίστος Αρτεμίου, εμποριολόγος (1973 – 74).

  Κεντρική Αγροτική Σχολή – Γεωργικό Γυμνάσιο Μόρφου

Η Κεντρική Αγροτική Σχολή ιδρύθηκε το 1940 σαν διτάξια σχολή και στεγάστηκε σε κυβερνητικά υποστατικά, μερικά μέτρα βορειότερα των κτιρίων του Διδασκαλικού Κολλεγίου Μόρφου.  Ήτο καθαρά κυβερνητικό ίδρυμα χωρίς καμιά σχέση με τις εκπαιδευτικές αρχές της Μόρφου.  Φοιτούσαν σ’ αυτό αγροτόπαιδα μετά το Δημοτικό Σχολείο, απ’ όλη την Κύπρο.  Κύριος σκοπός του ήταν η γεωργική κατάρτιση των παιδιών με πρακτική εφαρμογή στα γύρω κυβερνητικά χωράφια.  Το 1958 προστέθηκε τρίτη τάξη, με έναρξη της πρώτης σαν γυμνασιακής.  Τον επόμενο χρόνο, τη Σχολή ανάλαβε η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση και την παράδωσε στη δικαιοδοσία της Σχολικής Εφορείας Μόρφου.  Έτσι προχώρησε η ανέλιξη της Σχολής με την ονομασία Γεωργικό Γυμνάσιο Μόρφου, με τις 3 πρώτες τάξεις γυμνασιακές και τις 3 τελευταίες γεωργικής κατεύθυνσης.

Βασικά ήταν λύκειο θετικής κατεύθυνσης, με εμπλουτισμό του προγράμματος με γεωργικά μαθήματα που δίδασκαν γεωπόνοι καθηγητές.  Ήτο το μοναδικό στην Κύπρο, γι’ αυτό φοίτησαν σ’ αυτό μαθητές απ’ όλη την Κύπρο.

Το 1962 περατώθηκε κτίριο για τη στέγαση του, που κτίσθηκε με δαπάνη της Ελληνικής Κυβέρνησης.  Επειδή δε το Διδασκαλικό Κολλέγιο είχε ήδη μεταφερθεί στη Λευκωσία σαν Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου, το Γεωργικό Γυμνάσιο χρησιμοποίησε τα υποστατικά του για οικοτροφείο, μαγειρεία κλπ.

Πρώτος διευθυντής του Σχολείου διετέλεσε ο μέχρι τότε διευθυντής της Αγροτικής Σχολής Μιχάλης Παπανεοφύτου (1958 – 62) και τον διαδέχτηκαν ο Ανδρέας Γαβριήλ, αγγλικών (1962 – 64), ο Κύπρος Σάββα, χημικός (1964 – 69), ο Κωνσταντίνος Γιαλλουρίδης, φιλόλογος (1969 – 72), ο Σοφοκλής Λαζάρου, φιλόλογος (1972 – 73) και ο Χαράλαμπος Ηλία, χημικός (1973 – 74).

Μετά την προσφυγιά, το σχολείο εξακολούθησε να λειτουργεί για λίγα ακόμα χρόνια σαν τέτοιο, σε υποστατικά της Ιερατικής Σχολής στη Λευκωσία.

  1. Δημοτικά Σχολεία

Οι στεγαστικές ανάγκες της δημοτικής εκπαίδευσης επέβαλαν την ανέγερση νέου σχολικού κτιρίου στην αυλή του Παρθεναγωγείου, προς το τέλος της δεκαετίας του 1950.  Εκεί στεγάστηκε ένα τρίτο Δημοτικό σχολείο, με αγόρια και κορίτσια των δύο πρώτων τάξεων, που ονομάστηκε Κατώτερο Μικτό, με πρώτο διευθυντή το Σάββα Σαράντη, τον οποίο διαδέχθηκε σαν διευθύντρια η Ελενίτσα Ελευθερίου και ακολούθησε ο Ανδρέας Λεβέντης (1968 – 74), που ήτο και ο τελευταίος.  Τα δύο παραδοσιακά σχολεία, Αρρεναγωγείο και Παρθεναγωγείο, λειτούργησαν μέχρι το 1968, με τις 4 ανώτερες τάξεις.  Από το έτος εκείνο μικτοποιήθηκαν κι αυτά και λειτούργησαν σαν Α’ και Β’ Δημοτικά Σχολεία.

Το Αρρεναγωγείο – Α’ Δημοτικό διεύθυναν κατά σειρά οι: Ανδρέας Ζαχαριάδης ( 1960 – 64), Νίκος Κύρκος (1964 – 65), Κύπρος Μυλωνάς (1965 -68) και Μιχάλης Ευσταθίου (1968 – 74).  Το Παρθεναγωγείο – Β’ Δημοτικό διεύθυναν η Ελπινίκη Παπαδοπούλου (μέχρι το 1963), η Ιουλία Χαραλάμπους (1964 – 68) και ο Ανδρέας Σαββίδης (1968 – 1974).

Οι κτιριακές ανάγκες για τη στοιχειώδη εκπαίδευση, επέβαλαν την ανέγερση άλλου ενός κτιρίου στις αρχές της δεκαετίας του 1970.  Το νέο κτίριο ετοιμάστηκε για λειτουργία, στα ανατολικά της Μόρφου, κοντά στον παλιό σταθμό του τρένου.  Επρόκειτο να ανοίξει τις πύλες του σαν Δ’ Δημοτικό Σχολείο, το Σεπτέμβρη του 1974.

  1. Νηπιαγωγεία

Στην υπό εξέταση περίοδο λειτούργησε στην πόλη μας Δημόσιο Νηπιαγωγείο, στεγάστηκε σε κατάλληλα ιδιωτικά σπίτια.  Διευθύντριες του διατέλεσαν η Χρυσούλα Φούρνου – Συμεού και η Μάρω Κεή.  Λειτούργησαν επίσης δύο ιδιωτικά νηπιαγωγεία, εκείνο της Μερόπης Χρίστου – Παπαδοπούλου και εκείνο των Χρίστας Πελετιέ και Αιμιλίας Παπαδημητρίου.

© Copyright 2020 - Δήμος Μόρφου / Designed & Developed by NETinfo Plc