• Αναζήτηση
  • Χάρτης Ιστοσελίδας
  • Οικοσελίδα
ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH
 

ΛΟΥΚΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

Η πιο σημαντική μορφή, για την οποία η Μόρφου δικαιούται να νιώθει ιδιαίτερη περηφάνια, είναι ο Λουκής Ακρίτας. Ο σεμνός νέος, ο αφοσιωμένος δάσκαλος και παιδαγωγός, γεμάτος πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις, που κατέφυγε στην ελληνική πρωτεύουσα ως «νέος με καλάς συστάσεις» και κατάφερε να αναδειχθεί ανάμεσα στις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της σύγχρονης πνευματικής και πολιτικής ζωής του ελληνισμού.

Γεννημένος στη Μόρφου το 1908, έμαθε τα πρώτα γράμματα στη γενέτειρά του και στη συνέχεια αποφοίτησε από το Παγκύπριο Διδασκαλείο και εργάστηκε για μερικά χρόνια ως δάσκαλος στη Μόρφου, στη Σύγκραση και στο Κελλάκι. Στα 1930, καθώς συμπληρωνόταν η πρώτη δεκαετία του μεσοπολέμου, μεσούσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, μεταβαίνει στην Ελλάδα, η οποία, με ενάμισι εκατομμύριο Μικρασιάτες πρόσφυγες, αγωνίζεται να ορθοποδήσει, μετά την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922.

Ο Λουκής Ακρίτας εγκαθίσταται στην Αθήνα και εργάζεται αρχικά ως δημοσιογράφος σε διάφορες εφημερίδες της εποχής και ως συντάκτης στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά διώκεται από το φασιστικό καθεστώς λόγω της πολιτικής του αρθρογραφίας. Στο διάστημα αυτό κάνει εντυπωσιακά τα πρώτα του βήματα στο χώρο των ελληνικών γραμμάτων, εκδίδοντας δύο μυθιστορήματα που τον καταξίωσαν από την πρώτη στιγμή ανάμεσα στους πιο αξιόλογους νεοέλληνες λογοτέχνες στο χώρο της πεζογραφίας.

Το 1935 εκδόθηκε το μυθιστόρημα «Νέος με καλάς συστάσεις» και το 1936 «Ο κάμπος», το γνωστό μυθιστόρημα, εμπνευσμένο από τη βασανισμένη ζωή των Κυπρίων αγροτών του μεσαρίτικου κάμπου, που έγινε και στην Κύπρο τηλεοπτική σειρά, με πολύ μεγάλη επιτυχία. Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου πήγε στο μέτωπο ως εθελοντής και αποτύπωσε τις πολεμικές του εμπειρίες στο εξαίρετο μυθιστόρημά του «Οι αρματωμένοι», που θεωρείται ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα της σύγχρονης νεοελληνικής πεζογραφίας. Συνεργαζόταν τότε ταυτόχρονα με την εφημερίδα «Εστία», στην οποία έστελλε από το μέτωπο του πολέμου τις περίφημες πολεμικές ανταποκρίσεις του.

Ανέπτυξε επίσης σημαντική αντιστασιακή δράση στα χρόνια της γερμανικής κατοχής 1941-1944, όντας επικεφαλής μιας ομάδας δημοσιογράφων και διανοουμένων και εκδίδοντας μαζί με τον αδερφό του, Ευριπίδη Ακρίτα, την παράνομη αντιστασιακή εφημερίδα «Καθημερινά Νέα». Είχε ακόμη την τιμή να είναι μέλος της Τριμελούς Επιτροπής Απελευθέρωσης, που διαπραγματεύθηκε με τους Γερμανούς και παρέλαβε την Αθήνα ελεύθερη μετά την αποχώρησή τους στις 12 Οκτωβρίου του 1944.

Στη συνέχεια, μετά την απελευθέρωση ο Λουκής Ακρίτας διαδραματίζει ενεργό ρόλο ως διανοητής και πολιτευτής στον κεντρώο κομματικό χώρο. Το 1950 ανέλαβε τη θέση του Γενικού Γραμματέα της ΕΠΕΚ, του Νικόλαου Πλαστήρα, ενώ το 1951 εξελέγηκε πρώτος βουλευτής Αθηνών στην Ελληνική Βουλή, στην οποία επανεκλέγηκε την περίοδο 1963-1964. Ως βουλευτής, είχε διατυπώσει από τους πρώτους το αίτημα για την αυτοδιάθεση της Κύπρου, ενώ στη συνέχεια αγωνιζόταν με πάθος για τα δίκαια της αγαπημένης του πατρίδας από κάθε θέση που κατείχε.

Με την ίδρυση της Ένωσης Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου ο Λουκής Ακρίτας εντάσσεται στο Κόμμα και τον Φεβρουάριο του 1964 ορκίζεται ως Υφυπουργός στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο είχε αναλάβει προσωπικά ο Παπανδρέου. Στην ουσία ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε εμπιστευθεί τον Λουκή Ακρίτα ως τον πιο ικανό και άξιο για να υλοποιήσει το όραμά του για μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, για την οποία εργάστηκε με ζήλο μαζί με τον Ευάγγελο Παπανούτσο και άλλους φωτισμένους ανθρώπους των γραμμάτων της εποχής εκείνης. Στο Υπουργείο Παιδείας ο διακεκριμένος λογοτέχνης, διανοητής και οραματιστής, για τον οποίο όλοι οι Κύπριοι ένιωθαν και εξακολουθούν να νιώθουν ιδιαίτερη περηφάνια, άφησε τη δική του σφραγίδα με το πολυσήμαντο έργο που επιτέλεσε.

Πάντοτε, όμως, στο νου και την ψυχή του βρισκόταν η Κύπρος, η γλυκιά μαρτυρική του πατρίδα, που τόσο πολύ αγάπησε και για την οποία τόσο πολύ αγωνίστηκε. Ήταν πάντα θερμός υπέρμαχος του διαλόγου, των δημοκρατικών διαδικασιών και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, χωρίς όμως εκπτώσεις σε θέματα ελευθερίας και άλλων στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στα 1964, αμέσως μετά την εκδήλωση των διακοινοτικών ταραχών έσπευσε στην Κύπρο, για να μεταφέρει μήνυμα συμπαράστασης της Ελλάδας στον Εθνάρχη Μακάριο και στον κυπριακό λαό. Κι αργότερα, όταν κλήθηκε στο Μεσολόγγι, στις 26 Απριλίου 1964 για να εκπροσωπήσει την ελληνική κυβέρνηση στους εορτασμούς για την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου, όντας δεινός ρήτορας και άριστος χειριστής της ελληνικής γλώσσας, εκφώνησε έναν ιστορικό λόγο, σάλπισμα ελευθερίας και αγωνιστικότητας με επίκεντρο την Κύπρο και τους αγώνες της.

Αυτός ήταν, λοιπόν, ο Λουκής Ακρίτας, ο δάσκαλος, ο λογοτέχνης, ο πολιτικός και ο αληθινός πατριώτης από τη Μόρφου, ο οποίος έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή, το 1965, σε ηλικία 57 ετών.